O εκπρόσωπος τύπου του Κινήματος Αλλαγής, Παύλος Χρηστίδης είναι ένας πολύ νέος άνθρωπος. Κάτι σπάνιο για τα ήθη της κεντρικής πολιτικής ζωής της χώρας, αλλά και εξίσου ώριμος, με αξιοθαύμαστη πολιτική συγκρότηση και λόγο. Και αυτό ήταν αφορμή να τον συναντήσουμε και να συνομιλήσουμε μαζί του.

Παρατηρώντας τους νέους ανθρώπους, μεταξύ τριάντα και σαράντα, την γενιά της κρίσης, διαπιστώνει κανείς σήμερα μία παραίτηση από τις πολιτικές προσδοκίες. Στην καλύτερη περίπτωση ελάχιστη επαφή με την πολιτική, και στη χειρότερη καθολική αποστασιοποίηση από αυτήν. Λόγος για ενεργή συμμετοχή των νέων στη δημόσια ζωή φαίνεται να εκλείπει παντελώς. Αν για τους περισσότερους πολίτες η αναδίπλωση στην ιδιωτικότητα και στον ατομικισμό είναι ένα αναπόφευκτο αποτέλεσμα της μνημονιακής κούρασης, για τη νέα γενιά η πρώιμη κατάθλιψη, που προκαλεί το άγχος της επαγγελματικής επιβίωσης είναι ακόμη πιο βασανιστική. Γιατί έχει σβήσει η ελπίδα. Θλιβερό αποτέλεσμα η εξώθηση χιλιάδων νέων σε αναζήτηση τύχης εκτός χώρας.

Από την άλλη τα τελευταία χρόνια όλα τα κόμματα πιεσμένα από το επίπλαστο σύνθημα του «νέου» και του «παλιού» το μετέφρασαν στο πόδι βεβιασμένα και με προχειρότητα. Εκτίμησαν με ρηχές ερμηνείες ότι εξωραΐζουν την εικόνα τους με μία τυπική ηλικιακή ανανέωση, σε θέσεις πρώτης γραμμής στις κομματικές πυραμίδες. Το πείραμα αστόχησε πολλές φορές, γιατί ήταν απλώς προσχηματικό.

Ο 35χρονος δικηγόρος, Παύλος Χρηστίδης, εκπρόσωπος τύπου του Κινήματος Αλλαγής, ίσως να είναι μια από τις ελάχιστες εξαιρέσεις σε αυτήν την πρακτική. Δεν τοποθετήθηκε σε διακοσμητικό ρόλο, αλλά σε θέση μάχης ως εκπρόσωπος τύπου. Εδώ και ενάμιση χρόνο έχει δημιουργήσει αίσθηση στα τηλεοπτικά ντιμπέιτ δείχνοντας εντυπωσιακή επικοινωνιακή επάρκεια και διαθέτοντας δύο σπάνια χαρακτηριστικά ως νέος πολιτικός. Ηπιότητα, σοβαρότητα και ευγένεια από τη μία, μαχητικότητα, τόλμη και δυναμισμό από την άλλη. Αποφεύγοντας τον εύκολο δρόμο της τηλεοπτικής «κοκορομαχίας» και την φθηνή απαξίωση συλλήβδην του πολιτικού συστήματος, δείχνει να αντιλαμβάνεται την πεμπτουσία της πολιτικής: ότι αυτή εξελίσσεται μέσα στο χρόνο, ως αναπόφευκτο καθρέφτισμα του μετασχηματισμού μίας κοινωνίας, που παλεύει με την ταυτότητά της .

Στον απαιτητικό ρόλο του Porte-parole, του κεντροαριστερού πολιτικού χώρου που πλήρωσε με βαρύ τίμημα τους «μνημονιακούς θυμούς» της κοινωνίας, δείχνει με έναν συμβολικό τρόπο πως η πολιτική ζωή, μπορεί να ανανεώνεται, αρκεί το ηλικιακό να συνοδεύεται από ενάργεια, μετριοπάθεια και γνώση. Ο ίδιος θεωρεί την συγκυρία, πολύ κρίσιμη για την τελική σχηματοποίηση της οργανωτικής και ιδεολογικής ταυτότητας του Κινήματος Αλλαγής: «Μετά το πρόσφατο συνέδριο μας μορφοποιούμε τις περιφερειακές οργανώσεις και τις θεματικές ομάδες δουλειάς σε ολόκληρη τη χώρα, με στόχο μια νέα σχέση πολίτη και πολιτικής. Η σύγκρουση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ με την πραγματικότητα δεν πρέπει να αποβεί μοιραία για την κοινωνία. Έχουμε μια κυβέρνηση που κρίνει απαραίτητο να κάνει αντιναύαρχο την Μπουμπουλίνα, αλλά να μην προστατεύσει την πρώτη κατοικία και την επιχείρηση, όσων το έχουν ανάγκη. Αυτή η αντίληψη θα ηττηθεί στρατηγικά, με πρωταγωνιστές εμάς. Δημιουργούμε νέες δομές, που αφουγκράζονται το πρόβλημα και επεξεργάζονται λύσεις. Η δε υποτιθέμενη στροφή του ΣΥΡΙΖΑ στο κέντρο, αποτελεί σύντομο ανέκδοτο, παρηγοριά στα στελέχη που είχαν αυταπάτες. Η σοσιαλδημοκρατική αντίληψη δεν μπορεί να είναι διακηρυκτική και αυτοαναφορική. Έχει συντεταγμένα κριτήρια, κοινωνικές αναφορές και προϋποθέσεις. Αποτελεί, δε, πεδίο αναζήτησης σε όλη την Ευρώπη, με όρους ιδεολογικούς και πολιτικούς, όχι ευκαιριακούς. Οι ιδέες είναι ζωντανές, όσο και οι προκλήσεις. Μια νέα συλλογικότητα είναι απαραίτητη για την ελληνική κοινωνία. Εμείς βουτήξαμε στα άδυτα, επιβιώσαμε, κρατήσαμε όρθια τη χώρα και τώρα μπορούμε να βοηθήσουμε να αποκτήσει και πάλι αυτό που της αξίζει: καλύτερο αύριο αλλά και παρόν. Γιατί οι λύσεις πρέπει να δοθούν σήμερα, τώρα. Αυτό κομίζουμε» αναφέρει.

Ο Παύλος Χρηστίδης, πολιτικοποιείται πρώιμα στα μαθητικά του χρόνια, όπως συμβαίνει συνήθως σε μία οικογένεια δημοκρατικών καταβολών της μεταπολεμικής περιόδου. Ακολουθεί βιωματικά την φυσική διαδρομή από την περιφέρεια προς το κέντρο, από το κέλυφος στον πυρήνα. Η γενέτειρά του, το Ναύπλιο και η Κομοτηνή των νομικών σπουδών του, φαίνεται να του προσφέρουν μία πρωταρχική γνώση της περιφέρειας της χώρας αλλά και τις πολιτικές εμπειρίες στην αυτοδιοίκηση και στην πανεπιστημιακή ζωή, γεγονός τόσο χρήσιμο πάντα για μία σταδιακή προσαρμογή στην κεντρικότητα της Αθήνας.

Άνθρωπος αστικά ευγενής, με ώριμο πολιτικό λόγο, και με ενσυναίσθηση της δεινής θέσης της γενιάς του, των συνομήλικών του, αναγάγει συμβολικά την υπέρβαση της ελληνικής κρίσης ακριβώς σε αυτό: «χρειάζεται ενα διπλό κύμα ενεργοποίησης των νέων, παραγωγικών ανθρώπων. Εκείνων που βρίσκονται στην Ελλάδα και νιώθουν αδικημένοι από την εξέλιξη της κρίσης και εκείνων που έφυγαν από την χώρα από απόγνωση και έλλειψη εμπιστοσύνης σε ένα σύστημα που δεν έχει γίνει ακόμη αξιοκρατικό και δίκαιο. Με αυτούς, αμαξάδες, θα ορθοποδήσει η χώρα» λέει. Αναρωτιέμαι πως είναι δυνατόν να βλέπει αυτήν την ανόρθωση και τον ρωτάω: « Η σημερινή κυβέρνηση δεν αντιλαμβάνεται από ιδεοληπτική εμμονή τις θεμελιώδεις αρχές της παραγωγής, της ανάπτυξης, της δικαιοσύνης και της τόνωσης της οικονομίας. Ποια επιχειρηματικότητα; ποιο ελεύθερο επάγγελμα; Ποιες νέες ευκαιρίες; Όλοι ασφυκτιούν υπό το βάρος των φορολογικών και ασφαλιστικών εισφορών. 0ι νέοι επαγγελματίες και επιστήμονες, δεν μπορούν καν να εισέλθουν στην παραγωγική διαδικασία. Η κυβέρνηση θυμίζει έναν βασιλιά που γεμίζει με χρυσό πλεόνασμα το θησαυροφυλάκιο του, εξαντλώντας τους υπηκόους του και ενώ αυτοί λιμοκτονούν, βγάζει το θίασο του να τους διασκεδάσει. Η πραγματική οικονομία δε μπορεί να περιμένει άλλο» απαντάει.

Είναι πάντα πρόκληση και σίγουρα δύσκολο, να σχεδιάσεις την ανανέωση κάθε ιδιωτικού ή δημόσιου συστήματος. Οι αδράνειες των κεκτημένων αντιστέκονται στις αλλαγές. Στην περίπτωση της πολιτικής, ως η πιο σύνθετη σφαίρα της δημόσιας ζωής, προκύπτει αβίαστα μόνο εφόσον υπάρχει θεσμικό βάθος και αξιοκρατία της πολιτικής ζωής. Μίας πολιτικής ζωής βέβαια, όπως εκφράζεται από την εκπροσώπηση και την παράδοση του φιλελεύθερου αστικού κοινοβουλευτισμού των ώριμων κοινωνιών. Δεν ξέρω πόσο ώριμη είναι ακόμη η ελληνική πολιτική ζωή, να μεταβιβάζει αρμοδιότητες και ευθύνες στη νέα γενιά. Αν χρειάστηκε όμως να βρεθούμε με τον εκπρόσωπο τύπου του Κινήματος Αλλαγής, ήταν γιατί σε μία σπάνια περίπτωση ενός τόσου νέου ανθρώπου, στην κεντρική πολιτική σκηνή της χώρας, συγκεντρώνονται όλα τα χαρακτηριστικά μίας πειστικής ανανέωσης. Με κοινωνική συγκρότηση, σεμνότητα και ώριμο, μαχητικό πολιτικό λόγο.

Τον συναντήσαμε μεσημέρι στην Πλάκα, στο κέντρο της Αθήνας. Στο καφέ «Μελίνα». Αναφέρθηκε με θαυμασμό στην Μελίνα Μερκούρη, και σε πολιτικές προσωπικότητες που σφράγισαν τα μεταπολιτευτικά χρόνια, παρά το γεγονός ότι δεν έχει προλάβει να ζήσει την εποχή. Αφού μιλήσαμε για πολλά, κατάλαβα ότι η φρεσκάδα που κομίζει ως εκπρόσωπος της νέας γενιάς  οφείλεται εν πολλοίς και στην αναγνώριση της παρακαταθήκης που αισθάνεται ότι παρελήφθηκε από την πρόοδο της Ελλάδας των τελευταίων 40 ετών. «Η αλλαγή δεν είναι τυχαίο συμβάν. Χρειάζεται ενεργητική συμμετοχή, διάλογο, καινοτομία, όραμα, διεκδίκηση, ελπίδα. Λάθη έγιναν και θα γίνονται, παθογένειες υπήρχαν και θα υπάρχουν, αλλά αρνούμαι μία μηδενιστική αντίληψη που ισοπεδώνει και εξομοιώνει άκριτα. Η αλλαγή δεν είναι τυχαίο συμβάν. Στη νέα εποχή που ανοίγεται μπροστά μας χρειάζεται ενεργητική συμμετοχή, παρουσία, όραμα, διεκδίκηση, ελπίδα. Και πράξεις. Πολλές πράξεις» είπε καθώς αποχαιρετιζόμασταν.