Ομιλία

του Εισηγητή της Δημοκρατικής Συμπαράταξης

Θεόδωρου Παπαθεοδώρου

στο Νομοσχέδιο του Υπουργείου Ψηφιακής Πολιτικής, Τηλεπικοινωνιών και Ενημέρωσης

«Ηλεκτρονικό σύστημα διάθεσης τηλεοπτικού διαφημιστικού χρόνου, Τροποποίηση του ν. 3548/2007, σύσταση μητρώου περιφερειακού και τοπικού τύπου, Ειδική σήμανση γραμμωτού κώδικα στις έντυπες εκδόσεις, Δημιουργία θεσμικού πλαισίου για την ενίσχυση της παραγωγής οπτικοακουστικών έργων στην Ελλάδα και άλλες διατάξεις»

 

 

 

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Το υπό συζήτηση Σχέδιο νόμου αποτελεί ένα παράδειγμα αντιφατικής και παράδοξης  νομοθέτησης. Η συζήτηση μας στις Επιτροπές ξεκίνησε με βασική κριτική από πλευρά μας σχετικά με την ουσιαστική  αντισυνταγματικότητα που επέφερε η υποχρέωση διενέργειας των συναλλαγών, μέσω του η συστήματος διάθεσης τηλεοπτικού διαφημιστικού χρόνου. Θεωρήσαμε, από την πρώτη συζήτηση, αντισυνταγματική την απαγόρευση  του άρθρου 3 παρ. 2 κάθε συναλλαγής εκτός αυτού του συστήματος, με το σκεπτικό ότι η παρέμβαση  της Κυβέρνησης είναι αντίθετη με τις βασικές αρχές του δικαίου οι οποίες κατοχυρώνονται στο Σύνταγμα, στο εθνικό και κοινοτικό Δίκαιο όπως η αρχή της συμβατικής ελευθερίας, η αρχή της ελευθερίας του ανταγωνισμού, η υποχρέωση της προστασίας της περιουσίας και των περιουσιακών δικαιωμάτων. Κατά τη συζήτηση με τους φορείς, αλλά και μεταξύ των κομμάτων στις Επιτροπές αναδείχθηκαν τρία προβλήματα:

  1. ότι θα ήταν αντισυνταγματική η υποχρέωση διενέργειας όλων των συναλλαγών διάθεσης του διαφημιστικού χρόνου μεταξύ τηλεοπτικών σταθμών εθνικής και περιφερειακής εμβέλειας, επιχειρήσεων, διαφημιστών και διαφημιζομένων μέσω ενός συστήματος ηλεκτρονικής πλατφόρμας και η απαγόρευση κάθε συναλλαγής εκτός αυτού του συστήματος.
  2. Η Κυβέρνηση παρεμβαίνει σε ένα αγαθό ελεύθερης συναλλαγής- όχι  για να προστατεύσει τους καταναλωτές αλλά -για δεσμεύσει και να χειραγωγήσει το αγαθό και την εμπορεία του. Συγκεκριμένα παρεμβαίνει για να ελέγξει

-την προς πώληση ποσότητα του τηλεοπτικού χρόνου για κάθε σταθμό

-την κατανομή του χρόνου αυτού στο πρόγραμμα

– και την αξία του προς πώληση χρόνου

  1. Ότι η χρήση του ηλεκτρονικού συστήματος για την απλή καταγραφή των συναλλαγών και την επιδίωξη της μεγαλύτερης δυνατής διαφάνειας δεν θα δημιουργούσε πρόβλημα αντισυνταγματικότητας ούτε θα παρενέβαινε κατά τρόπο δεσμευτικό στην λειτουργία της αγοράς

Κατά την διάρκεια της δεύτερης ανάγνωσης, ο Υπουργός κ. Παππάς επέλεξε να υποχωρήσει από το βασικό άξονα του Σχεδίου-Νόμου δηλ. την υποχρεωτικότητα και την απαγόρευση κάθε συναλλαγής εκτός συστήματος, και να περιορίσει την χρήση της ηλεκτρονικής πλατφόρμας στην καταγραφή των συναλλαγών και στην δυνητική συμμετοχή των ενδιαφερομένων μέσω του συστήματος.

Στην ουσία, η κυβερνητική πλειοψηφία, με άλλο 1ο Κεφάλαιο αυτού του νομοσχεδίου ξεκίνησε, για άλλο περιεχόμενο επιχειρηματολόγησε και μάλιστα σθεναρά και άλλο περιεχόμενο τελικά θα ψηφίσει.

Επικροτούμε την αναδίπλωση, την υποχώρηση ή την προσχώρηση στην νομική και συνταγματική τάξη, επισημαίνουμε όμως την αντίφαση και την παραδοξότητα ενός σχεδίου νόμου, το οποίο άλλα αναφέρει στην αιτιολογική έκθεση (που είναι ουσιαστικό μέρος του νομοθετικού corpus) και άλλα αναφέρει στα άρθρα δηλ. στο κύριο σώμα του σχεδίου νόμου. Η αντίφαση αυτή είναι παράδειγμα κακής νομοθέτησης, στο βαθμό που δεν πρόκειται για μία απλή νομοθετική βελτίωση, αλλά για ουσιαστική αλλαγή της βούλησης του νομοθέτη, της κατεύθυνσης του Σχεδίου νόμου, καθώς και της χρησιμότητάς του.

Και εδώ προκύπτει το δεύτερο ερώτημα: Για την καταγραφή κάθε συναλλαγής διάθεσης διαφημιστικού χρόνου, όπως αυτή πλέον περιγράφεται στο άρθρο 5 παρ. 1χρειαζόταν η νομοθετική πρωτοβουλία του 1ου Κεφαλαίου;

Ερώτημα 3ο, μετά την «μεταποίηση» των σχετικών άρθρων: Αφού δεν απαγορεύεται πλέον η εμπορεία διαφημιστικού χρόνου εκτός συστήματος στο νέο άρθρο 3, γιατί αυτό δεν διασαφηνίζεται ρητά; Τη στιγμή δε που δεν προβλέπεται πλέον  αμοιβή του διαχειριστή, αλλά και η συναλλαγή καταγράφεται μόνο με πρωτοβουλία των συμμετεχόντων στο σύστημα.

Η αποδόμηση του αρχικού Σχεδίου νόμου συνεχίζεται και  με άλλες δύο ρυθμίσεις που ανάγουν την μεταποίηση  στο επίπεδο της «συμβολικής νομοθέτησης».

Αν η δημοπρασία είναι πλέον προαιρετική, αν το σύστημα δεν προσδιορίζει πλέον τις τιμές, την κατανομή του διαφημιστικού χρόνου, την τιμολόγηση, την είσπραξη και την  εκκαθάριση (άρθρο 5), τότε γιατί να υπάρχει πλατφόρμα και ποιο το όφελος του διαχειριστή για να την σχεδιάσει και να την αναπτύξει μετά την αλλαγή του άρθρου 6;. Πως αιτιολογείται πλέον νομικά  η φορολόγηση των συναλλαγών που καταγράφονται στο σύστημα σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ.1; Δηλαδή θα βάλλεται καπέλο στην διαφήμιση επειδή υπήρξε νόμιμη συναλλαγή και πιστεύετε ότι με αυτόν τρόπο προάγεται η διαφάνεια και η καταπολεμάται η φοροδιαφυγή;;;

Συνακόλουθο δε είναι το ερώτημα: εφόσον καταργήθηκε η βασική υποχρέωση διενέργειας δημοπρασίας, τις κυρώσεις γιατί τις διατηρείτε αναλλοίωτες. Δεν είναι προφανές ότι υπερβαίνουν αν όχι παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας;;

Τέλος επιβεβαιώνονται όλα αυτά που σας λέγαμε από την 1η Συνεδρίαση:το γεγονός  ότι πλέον η αποστολή του ΕΣΡ περιορίζεται στο να διαπιστώσει την έγκαιρη λειτουργία του  συστήματος και να εγκρίνει τον Κώδικα Δεοντολογίας και ορθής πρακτικής!!

Συμπερασματικά για το 1ο Κεφάλαιο διαπιστώνουμε ότι η αναδίπλωση του Υπουργού είχε ως αποτέλεσμα μία απόλυτα περιορισμένης κλίμακας παρέμβαση στο χώρο της διαφήμισης, χωρίς μεγάλη πρακτική σημασία. Πιστεύουμε δε ότι η εν λόγω αναδίπλωση δεν προκλήθηκε από τις συζητήσεις εντός των Επιτροπών, αλλά ενδεχομένως από ευρύτερους «αναστοχασμούς». Σημασία έχει ότι στην ουσία πήρατε πίσω τις ρυθμίσεις που εισηγηθήκατε με τόσο πάθος, όταν αναφερόσαστε πριν μία εβδομάδα στην «σπανιότητα»του αγαθού και σε άλλα συμπαθή, που ξαφνικά εξαφανίστηκαν από την πολιτική σας επιχειρηματολογία. Κ. Υπουργέ αποτύχατε άλλη μία φορά στην απόπειρα να ελέγξετε τα ΜΜΕ και να και να κατευθύνετε το διαφημιστικό χρήμα με όποιους αλγόριθμους και πλατφόρμες  προετοιμάζατε.

 

 

 

 

Στο δεύτερο κεφάλαιο η θέση μας είναι ξεκάθαρη:

Η Δημοκρατική Συμπαράταξη είναι, από θέση αρχής, υπέρ της διαφάνειας της ανάπτυξης και της βιωσιμότητας των επιχειρήσεων Τύπου της Περιφέρειας με συγκεκριμένα κριτήρια όπως οι οικονομικοί δείκτες, το απασχολούμενο προσωπικό, οι πωλήσεις φύλλων, η αναγνωσιμότητα και οι φορολογικές και ασφαλιστικές ενημερότητες.Αυτά τα κριτήρια έχουν νόημα για να υπάρξει εξορθολογισμός της λειτουργίας του Περιφερειακού Τύπου, καταπολέμηση φαινομένων πολιτικής διαφθοράς και εκβίασης, αλλά και διαφάνειας στις οικονομικές συναλλαγές με το Κράτος.

Τι από όλα αυτά κάνατε εσείς με το υπό συζήτηση σχέδιο νόμου; Σχεδόν τίποτα. Το σχετικό κεφάλαιο του Νόμου δεν αποτέλεσε ποτέ στοιχείο της  διαβούλευσης, δεν συνιστά ένα ολοκληρωμένο νομοθετικό πλαίσιο για τον Περιφερειακό και τοπικό Τύπο,περιλαμβάνει αποσπασματικές ρυθμίσεις για επιμέρους ζητήματα  όπως είναι οι κρατικές δημοσιεύσεις, και τέλος αρκείται σε μικρές διευθετήσεις και εξυπηρετήσεις πελατειακού τύπου.

Τι κάνει στην πραγματικότητα;

Εγκαθιδρύει ένα Μητρώο, το οποίο υπό άλλες προϋποθέσεις θα ήταν μία σωστή πολιτική ρύθμισης του χώρου, το οποίο όμως από την μία πλευρά θέτει ελαστικούς κανόνες και από την άλλη κλείνει πονηρά το μάτι σε υποψήφιους πελάτες.

Δείτε την ρύθμιση του άρθρου 14, σύμφωνα με την οποία για να εγγραφούν οι Περιφερειακές και τοπικές εφημερίδες στο Μητρώο απαιτείται να εκδίδονται ανελλιπώς οι ημερήσιες επί έξι μήνες και οι εβδομαδιαίες επί ένα έτος και να έχουν πωλήσεις από 200 έως 350 φύλλα πριν από την υποβολή αίτησης καταχώρησης .  Τι κάνετε με αυτήν τη ρύθμιση: κλείνετε το μάτι σε πονηρούς πολιτευτές και άλλους τοπικούς παράγοντες να εκδώσουν ένα φύλλο μικρής κυκλοφορίας τους επόμενους έξι μήνες, να εγγραφούν στο Μητρώο να διεκδικούν κρατικές διαφημίσεις ή διακηρύξεις με το σύστημα της τοπικής διαπλοκής και να εκβιάζουν τους αντιπάλους τους. Και αυτό το ονομάζετε ρύθμιση για την εξυγίανση του χώρου; Θέση μας είναι όπως και θέση πολλών φορέων ότι  το Μητρώο δεν πρέπει να είναι εισιτήριο και ταυτότητα νομιμοποίησης  για κάθε ευκαιριακό εκδότη αλλά πρέπει να προσδιορίζει αντικειμενικές  αυστηρές προϋποθέσεις πιστοποίησης εγγραφής που θα εξαρτώνται από την διάρκεια την οικονομική επάρκεια και την βιωσιμότητα μίας εφημερίδας. Κάνετε λάθος και στον στόχο. Η αναγκαιότητα ρύθμισης του χώρου του Περιφερειακού Τύπου δεν είναι η κατανομή των κρατικών διαφημίσεων αλλά ο εξορθολογισμός και η θεσμική στήριξη του Περιφερειακού Τύπου. Αν δεν γίνει αυτό, τότε αυτό το σχέδιο Νόμου δεν αλλάζει την πραγματικότητα σε σχέση με το προηγούμενο καθεστώς.

Για το 2ο Κεφάλαιο έχουμετέσσερεις παρατηρήσεις:

  1. Σχετικά με τον αριθμό των απασχολούμενων δημοσιογράφων που προβλέπει το υπό συζήτηση Σ/Ν πρέπει να υπάρξει κατηγοριοποίηση έτσι ώστε   από 50.001 έως 120.000 κατοίκους  να απαιτούνται τρεις (3) δημοσιογράφοι και τέσσερις (4)  σε Νομούς από 120.001 έως 200.000 κατοίκους και πέντε (5) σε Νομούς πάνω από 200.000 κατοίκους. Διαφορετικά αναγομώνετε τα ίδια υλικά με το παρελθόν
  2. Θα πρέπει να υπάρξει πρόβλεψη για κατώτατο όριο απασχολούμενου προσωπικού πλην δημοσιογράφων  σε κάθε εφημερίδα, στο βαθμό που η εφημερίδα δεν εκδίδεται χωρίς τεχνικό προσωπικό.
  3. Το σύνολο του Προσωπικού θα πρέπει να είναι ασφαλισμένο στον ΕΦΚΑ, ώστε να αποφεύγονται οι περιπτώσεις κυκλοφορίας εφημερίδων χωρίς εμφανείς δημοσιογράφους και τεχνικούς.
  4. Στους λόγους αποκλεισμού ενός εκδότη ή Διευθυντή λόγω αμετάκλητης δικαστικής απόφασης νομίζω ότι θα πρέπει να ξαναδείτε μόνο την περίπτωση καταδίκης για έκδοση ή μη πληρωμή συναλλαγματικών από τα προβλεπόμενα οικονομικά εγκλήματα, στο βαθμό που την περίοδο της κρίσης αυτής της ποινικής απαξίας πράξεις έχουν αυξηθεί.

Στο κεφάλαιο Γ’ συμφωνούμε από θέση αρχής με την ειδική σήμανση γραμμωτού κώδικα στις έντυπες εκδόσεις και σας επισημαίνουμε ότι δεν αναφέρεστε στις προδιαγραφές και στο τρόπο εφαρμογής της ρύθμισης, όπως και ότι αφήνετε εκτός  πεδίου αναφοράς τις Συνδρομές των αναγνωστών, οι οποίες ειδικά για τις Περιφερειακές εφημερίδες αποτελούν σε πολλές περιπτώσεις το μεγαλύτερο μέρος των πωλήσεων.

Ως προς το Δ’ Μέρος του Σχεδίου Νόμου και τη δημιουργία θεσμικού πλαισίου με σκοπό την ενίσχυση της παραγωγής οπτικοακουστικών έργων στην Ελλάδα, ψηφίζουμε ΠΑΡΩΝ. Κι αυτό γιατί μπορεί να θεωρούμε ότι μια τέτοια ρύθμιση κινείται στη σωστή κατεύθυνση, όμως στην πράξη, με τις προτεινόμενες διατάξεις αμφιβάλλουμε εάν όντως θα επιτευχθεί αυτή η ενίσχυση.

Πρώτο ερώτημα: από πού θα αντλήσετε τα χρήματα, αυτήν την κρατική δωρεάν παροχή δηλαδή, την οποία αποτιμάτε, στην έκθεση του ΓΛΚ, σε 450 εκ. ευρώ;; Κάνετε σαφές στην παρ. 5 του άρθρου 27 ότι δεν μιλάτε για πόρους από Ευρωπαϊκά προγράμματα. Γιατί δεν γίνεστε λοιπόν πιο συγκεκριμένοι; Σε ποιους κρατικούς πόρους αναφέρεστε ακριβώς;;

Στη συνέχεια, προκαλεί εντύπωση η πλήρης απουσία κάθε αναφοράς σε όλο το 4ο Μέρος του νομοσχεδίου στο Υπουργείο Πολιτισμού, το οποίο θεωρούμε ότι οφείλει και πρέπει να εμπλακεί σε όλες τις διαδικασίες, από αυτήν της υπαγωγής, της αξιολόγησης, του ελέγχου, της έγκρισης και κυρίως σε αυτήν της εξουσιοδοτικής Υπουργικής Απόφασης. Δεν νοείται να λείπει το Υπουργείο Πολιτισμού από την κοινή υπουργική απόφαση του άρθρου 38. Ούτε να αναληφθεί όλο το έργο της ενίσχυσης αποκλειστικά από το ΕΚΟΜΕ, γεγονός που επισημάνθηκε και από τους αρμόδιους φορείς στη συνεδρίαση της επιτροπής.