Ομιλία Θεόδωρου Παπαθεοδώρου, Υπεύθυνου Κοινοβουλευτικού Τομέα Δικαιοσύνης, Μεταναστευτικής Πολιτικής και Ενημέρωσης στην Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος της Βουλής σχετικά με τις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας

Η συζήτηση για την πρόταση της πλειοψηφίας σχετικά με την  αναθεώρηση του άρθρου 3 του Συντάγματος  γίνεται στη χρονική συνέχεια   των κυβερνητικών επικοινωνιακών πειραματισμώνσχετικά με την υποτιθέμενη Συμφωνία μεταξύ Πολιτείας και Εκκλησίας της Ελλάδος για την εκκλησιαστική περιουσία και το καθεστώς μισθοδοσίας των κληρικών.

Η Κυβέρνηση φαίνεται να συνδέει την αναθεώρηση του άρθρου 3 Σ και  την προτεινόμενη από την ίδια αναγνώριση του «ουδετερόθρησκου» με ένα νέο καθεστώς στις σχέσεις Κράτους-Εκκλησίας, στο οποίο το Κράτος θα μπορεί να αποδεσμευθεί από υποχρεώσεις απέναντι στην Εκκλησία χωρίς να «θρησκεύεται» και η Εκκλησία θα μπορεί να διακανονίζει τα του οίκου της με μεγαλύτερη ελευθερία και αυτονομία, χωρίς να πολιτεύεται.

Αν εξαιρέσουμε ότι αυτό αποτελεί μία έντεχνη επικοινωνιακή κατασκευή, αβίαστα μπορούμε να συμπεράνουμε ότι δεν έχει καθόλου σχέση ούτε με τα μείζονα συνταγματικά διακυβεύματα των άρθρων 3, 13 και 16 παρ.2 του Συντάγματος.

Θα έλεγα ότι μάλλον με μεγάλη ελαφρότητα διαχειρίζεται η Κυβέρνηση το όλο θέμα προς τέρψη ενός μικρού μέρους  του εκλογικού της ακροατηρίου και με ανάλογη ελαφρότητα και αοριστολογία διακηρύσσει στην πρότασή της «ότι η Πολιτεία είναι θρησκευτικά ουδέτερη». Σπεύδω να παρατηρήσω δε ότι ο γενικός Εισηγητής της πλειοψηφίας δεν προσδιόρισε την προτεινόμενη από τον ΣΥΡΙΖΑ έννοια του «ουδετερόθρησκου», ούτε την συνέδεσε με την ερμηνευτική βάση του άρθρου 3του Σ, ενώ με περισσή αυταρέσκεια δήλωσε ότι «το εν λόγω άρθρο αλλάζει για πρώτη φορά μετά την περίοδο των Βαυαρών»! Ο ΣΥΡΙΖΑ  αποδεικνύεται μέρα με τη μέρα ότι προσέρχεται απαράσκευος και γυμνός σοβαρών θέσεων στη διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης, ωσάν να επρόκειτο για μία συνηθισμένη πολιτική αντιπαράθεση με επικοινωνιακές και βερμπαλιστικές υπερβολές.

Τι είναι το «ουδετερόθρησκο»; Μήπως είναι η ίση απόσταση απέναντι σε όλα τα δόγματα και όλες τις θρησκείες, αλλά με υποχρεώσεις του Κράτους απέναντι στην ή στις Εκκλησίες; Ή μήπως είναι η Laïcité του γαλλικού κράτους, δηλαδή ο πλήρης διαχωρισμός της Κοινωνίας των πολιτών από τις θρησκευτικές κοινότητες, η ουδετερότητα του κράτους, η αμεροληψία των θεσμών και οργάνων του απέναντι σε κάθε θρησκευτική κοινότητα, η λειτουργία της οποίας του είναι αδιάφορη, εντός ορίων δημόσιας τάξης και νομικού περιβάλλοντος, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων;

Αυτή την ουδετερόθρησκη σχέση του Κράτους θέλει ο ΣΥΡΙΖΑ απέναντι στην Εκκλησία; Αν ναι, γιατί δεν το λέει πως θέλει τον διαχωρισμό; Μήπως τελικά δεν τον θέλει, αλλά προσποιείται ότι επιχειρεί να προσθέσει μερικές δήθεν πινελιές, χωρίς όμως να τις προσδιορίζει πολιτικά, επιστημονικά, συνταγματικά.

Για να επανέλθουμε στα μείζονα διακυβεύματα, το άρθρο 3 του Συντάγματος εγκαθιδρύει την τυπολογία των σχέσεων Κράτους και Εκκλησίας στη βάση του συστήματος «νόμω κρατούσης πολιτείας”. Πρόκειται για μία εκδήλωση του συστήματος της Πολιτειοκρατίας, το οποίο αποδέχεται τους ισχυρούς δεσμούς του Κράτους με την Εκκλησία στην Ελλάδα και το οποίο δεν τολμά να αμφισβητήσει σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ, παρά τις προηγούμενες διακηρύξεις του περί απόλυτου διαχωρισμού των σχέσεων Κράτους –Εκκλησίας. Αυτό στην δεν σημαίνει ότι δεν το θέλει, αλλά ότι δεν παίρνει το ρίσκο να συγκρουσθεί με τη βαθιά και ιστορικά δομημένησχέση ταύτισης του ελληνικού λαού με την ορθόδοξη Εκκλησία. Το ΠΑΣΟΚ το αποτόλμησε το 1995 και δεν μπόρεσε να συγκεντρώσει την απαιτούμενη ευρεία πλειοψηφία για να αναθεωρήσει το εν λόγω άρθρο. Η επιστροφή στην κοινωνική, πολιτική και κοινοβουλευτική μήτρα της συναίνεσης δεν αποτελεί ήττα ή υποχώρηση, αλλά σταθερή και κοινοβουλευτικά βιωματική σχέση παραγωγής του συνταγματικού κανόνα.  Αντίθετα, η ψευδεπίγραφη αναθεωρητική διάθεση του ΣΥΡΙΖΑ καταλήγει στα εντός και επί τα αυτά με κάποιες δήθεν ‘‘προοδευτικές’’ αλλά παντελώς αόριστεςδιακηρυκτικού τύπου διατυπώσεις.

Ωστόσο, η ισχύουσα διατύπωση του άρθρου 3 τουΣ, την οποία και υποστηρίζουμε στο Κίνημα Αλλαγής, ως θεμέλιο των διακριτών ρόλων Κράτους-Εκκλησίας, εγγυάται το σκληρό πυρήνα της προστασίας των σχέσεων Κράτους –Εκκλησίας, αλλά και των διαρκών σχέσεων μεταξύ της κοινωνίας, του Κράτους και των θεμελιωδών δικαιωμάτων της ΕΣΔΑ που προστατεύουν τη θρησκευτική ελευθερία. Αυτές οι σχέσεις εγκαθιδρύουν και ταυτόχρονα αναγνωρίζουν την αδιάρρηκτη σύνδεση της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδας με τη Μεγάλη Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης, δηλαδή με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, όπως και με κάθε Ομόδοξη Εκκλησία  στη βάση των συνοδικών κανόνων και παραδόσεων. Θα πρέπει να αναλογιστούμε για το πόσο εθνικά πρόσφορη, κανονικά δόκιμη και συνταγματικά ευρύχωρη θα ήταν η οποιαδήποτε αμφισβήτηση της σχέσης της Εκκλησίας της Ελλάδας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και τις άλλες ορθόδοξες Εκκλησίες στη βάση του Πατριαρχικού Τόμου του 1850 και της Συνοδικής Πράξης του 1928, ιδιαίτερα στην παρούσα συγκυρία, κατά την οποία αυτή  Συνταγματική πρόβλεψη διαλαμβάνει μία καθαρά εθνική και  πατριωτική χροιά  με καίριες επιπτώσεις στην εξωτερική πολιτική της χώρας.

Η ίδια τυπολογία των σχέσεων καθιστά την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδας, ως ιστορική καιδικαιϊκή οντότητα και συνταγματικό υποκείμενο της θρησκευτικής ελευθερίας κατά το άρθρο 13 του Συντάγματος. Ο όρος‘’επικρατούσα Θρησκεία’’ που αναδεικνύεται  στο άρθρο 3 δεν είναι τίποτα άλλο από ένας ενδεικτικός όρος της πλειονοψηφούσας έκφρασης της άσκησης της θρησκευτικής ελευθερίας, ο οποίος διαλαμβάνει αριθμητικά, αλλά και βαθιά πολιτισμικά και δογματικά χαρακτηριστικά, τα οποία σε καμία περίπτωση δεν απομειώνουν την καθολική αναγνώριση της θρησκευτικής ελευθερίας και της ισόνομης προστασίας των γνωστών θρησκειών και δογμάτων στην Ελλάδα. Προϋπόθεση για την προστασία των άλλων Εκκλησιών είναιότι ομολογούν μία θρησκεία «γνωστή» και ότι δεν προσβάλλονται τα χρηστά ήθη ή η δημόσια τάξη και δεν γίνεται προσπάθεια προσηλυτισμού.

Η ‘’επικρατούσα Θρησκεία’’  δεν είναι ούτε η επίσημη ούτε η κρατική θρησκεία, αλλά είναι αυτή της πλειονότητας του Ελληνικού λαού και έχει καθαρά διαπιστωτικό χαρακτήρα. Αποτυπώνει όμως στο Σύνταγμα ένα καθαρά  ιδιοστασιακό πολιτισμικό και θρησκευτικό χαρακτηριστικό που ανάγεται στην παράδοση του ελληνικού και ως τέτοιο διαφυλάσσεται.

Μια άλλη σημαντική συνταγματική διαφύλαξη είναι εκείνη που εγκαθιδρύεται με τις κανονικές σχέσεις μεταξύ Οικουμενικού Πατριαρχείου και Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδας και παράλληλα με το σύστημα της ομοταξίας μεταξύ Ελληνικής Δημοκρατίας και Οικουμενικού Πατριαρχείου που διέπει τις εσωτερικές και διεθνείς έννομες σχέσεις της χώρας.

Τι από όλα αυτά θέλουμε να αναθεωρήσουμε πραγματικά;;

Εμείς θεωρούμε ότι χρειάζεται μόνο μια ερμηνευτική δήλωση στο άρθρο 3. Από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ, η σκόπιμη ασάφεια των προτάσεων του καταλήγει στο απροσδιόριστο νομικά και πολιτικά «ουδετερόθρησκο» για να συγκαλύψει τελικά την πολιτική του αδυναμία να υποστηρίξει απέναντι στο εκλογικό του ακροατήριο σήμερα τον διαχωρισμό Κράτους -Εκκλησίας που είχε επαγγελθεί προηγουμένως επί χρόνια. Δεν είναι ότι δεν θέλει να τον επιβάλει, απλά δεν μπορεί, γιατί για άλλη μια φορά οι βασικές πολιτικές επιλογές του ΣΥΡΙΖΑ βρίσκονται σε πλήρη διάσταση με ταυτοτικα μείζονα ζητήματα του ελληνικού λαού.

Το Σύνταγμα μας πρέπει να εγκαθιδρύει και να προστατεύει  τους διακριτούς ρόλους και ρόλους συναλληλίας μεταξύ κράτους και εκκλησίας, ώστε ο κοινός νομοθέτης να μπορεί να τους εξειδικεύει μέσα από τη μακρά εθνική και ευρωπαϊκή ιστορική και συνταγματική παράδοση του σεβασμού της θρησκευτικής ελευθερίας.

Από την πλευρά του  Κινήματος Αλλαγής προτείνουμε στο άρθρο 3 την εισαγωγή ερμηνευτικής δήλωσης που θα εξειδικεύει ότι ο όρος «επικρατούσα θρησκεία»δεν απομειώνει τη βασική συνταγματική αρχή της θρησκευτικής ελευθερίας και ταυτόχρονα προστατεύει την ισόνομη αντιμετώπιση όλων των γνωστών θρησκειών και δογμάτων στην Ελλάδα.

Η «θρησκευτική ουδετερότητα» που προτείνει η κυβέρνηση είναι μία απόπειρα απόδρασης που εκδηλώνει από τη συνταγματική αναθεώρηση την οποία προκάλεσε με άσφαιρα πολιτικά επιχειρήματα.