Η συνταγματική αναθεώρηση, ως κορυφαία κοινοβουλευτική διαδικασία είναι από μόνη της συνυφασμένη με τη λειτουργία της Δημοκρατίας, την προστασία  των δικαιωμάτων των πολιτών και την ενίσχυση των θεσμών. Διαχρονικά, το Σύνταγμα στην Ελλάδα είχε μια ιδεολογική διάσταση που προσδιόριζε τη στάση των πολιτικών κομμάτων απέναντι του, ενώ ταυτόχρονα απεικόνισε το χωρισμό κράτους – κοινωνίας και τους όρους άσκησης της κρατικής εξουσίας. Η ιδεολογική διάσταση του Συντάγματος υπηρετήθηκε διαχρονικά από τη Δημοκρατική Παράταξη ως στοιχείο ταυτοτικό, άρα και προσδιοριστικό, της ποιότητας της Δημοκρατίας και των πολιτικών κατακτήσεων για τα δικαιώματα του πολίτη.

Γι’ αυτό και η διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος υπήρξε πάντα για την Παράταξη μας μια ουσιαστική προσπάθεια διαμόρφωσης ευρύτερων συναινέσεων και πολιτικών κοινών τόπων, ουσιαστικής ενίσχυσης των δημοκρατικών θεσμών, εγγύησης των δικαιωμάτων των πολιτών. Γι’ αυτό και οι μεγάλες αναθεωρήσεις που ξεκίνησαν και ολοκλήρωσαν οι Κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ ήταν διαβουλευτικές, συναινετικές και αντίστοιχες των αναγκών εκσυγχρονισμού του Συντάγματος.

Σε κάθε περίπτωση, δεν ήταν αναθεωρήσεις που στόχευαν στον ελάχιστο κοινό παρονομαστή, στην όξυνση της πολιτικής αντιπαράθεσης, στη μετάλλαξη των θεσμών και του αυστηρού χαρακτήρα του Συντάγματος ή στη μικροκομματική συσπείρωση εκλογικών ακροατηρίων με την όξυνση των διαχωριστικών γραμμών και το διχασμό των πολιτών.

Η παρούσα αναθεωρητική διαδικασία είχε διαφορετικό χαρακτήρα. Ξεκίνησε από την τότε πλειοψηφία ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ως πολιτική ανταπόκριση της Κυβέρνησης σε αυτό που ονόμασε «μεταδημοκρατική συνθήκη» και που στην ουσία έθετε σε αμφισβήτηση την ενοποιητική λειτουργία του Συντάγματος, η οποία, όπως έλεγε ο Μάνεσης, δεν αίρει αλλά διευθετεί και αμβλύνει τις αντιθέσεις σε μία Δημοκρατία, αποτελώντας σύμβολο ενός κοινού πεπρωμένου των πολιτών.

Η έννοια και μόνο της «μεταδημοκρατικής συνθήκης» που αναφέρεται στην πρόταση της Κυβέρνησης, επιχειρούσε να συνδέσει το Σύνταγμα με την κρίση, να το χρησιμοποιήσει ως εργαλείο αλλαγής της πολιτικής ατζέντας και να εμφανίσει μέσω της αναθεωρητικής διαδικασίας «νέες» υποτίθεται παραστάσεις ρήξης με το παρελθόν.

Καμία «μεταδημοκρατική συνθήκη» δεν υφίσταται σήμερα και προφανώς το Σύνταγμα δεν ευθύνεται για την κρίση στην οποία οδήγησαν χρόνιες ουσιαστικές παθογένειες και η έλλειψη επίγνωσης των πραγματικών αναγκών της οικονομίας και της χώρας, πριν και κατά τη διάρκεια της κρίσης. Σήμερα, η ανάγκη εκσυγχρονισμού του Συντάγματος περιορίζεται τελικά σε μια μικρού εύρους συναίνεση, η οποία ίσως να εξαντλείται σε διατάξεις που αφορούν την ευθύνη του πολιτικού προσωπικού και την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας. Δεν εκτείνεται αυτή η συναίνεση σε θέματα που αφορούν την πραγματική ζωή των πολιτών όπως η ανάγκη για μεγαλύτερη ενίσχυση του δικαιώματος του πολίτη στην ανάπτυξη, η προστασία ενός σταθερού δημοσιονομικού και επενδυτικού περιβάλλοντος, η απελευθέρωση της δυναμικής της εκπαίδευσης, οι νέες αρμοδιότητες της τοπικής αυτοδιοίκησης με ταυτόχρονο περιορισμό του συγκεντρωτικού κράτους. Σε πολλές από τις παραπάνω ανάγκες, αυτή η αναθεώρηση δε φαίνεται ότι μπόρεσε να ανταποκριθεί με συναινετικές και ευρύτερα διαβουλευτικές διαδικασίες.

Αντίθετα, η Κυβέρνηση, δια στόματος του γενικού Εισηγητή της, συνέδεσε τη συνταγματική αναθεώρηση με την επιστροφή στην κανονικότητα και την αναβάθμιση της διεθνούς εικόνας της χώρας. Όρισε δε την επιστροφή της κανονικότητας ως την τομή με το παρελθόν και της παθογένειες που προκάλεσαν την κρίση.

Ας δούμε, επομένως, ποια είναι η πραγματικότητα αυτής της κανονικότητας και πως επηρέασε την αναθεώρηση.

Η αναθεώρηση άρχισε από την Κυβέρνηση ως αντικείμενο περιφοράς σε συνάξεις και άτυπες επιτροπές, χωρίς αντικείμενο, βυθίζοντάς την στην πολιτική απαξίωση και, κυρίως, στην αδιαφορία εκ μέρους των πολιτών. Η διαδικασία αυτής της αναθεώρησης περιέπεσε στη συνέχεια σε αδράνεια και σιωπή, ενώ, την ίδια στιγμή, εξελισσόταν στη Βουλή η κατασκευή της δίωξης πολιτικών αντιπάλων, μέσω της υπόθεσης Novartis αλλά και η συγκάλυψη της πραγματικής διαφθοράς στο χώρο των φαρμακευτικών εταιρειών, με αργόσυρτες δικαστικές έρευνες που δύο χρόνια τώρα δεν έχουν αποδώσει αποτελέσματα.

Κατά την ίδια περίοδο, όπου η Κυβέρνηση εκόπτετο για την «τιμή» του πολιτικού κόσμου και την αναθεώρηση του άρθρου 86, κορυφαίοι Υπουργοί της κρύβονταν πίσω από το ‘’επαίσχυντο’’ κατά τα άλλα άρθρο «της πολιτικής συγκάλυψης», το επικαλούντο, για να διαφύγουν από τη δικαστική έρευνα και να απολαύσουν την υπουργική ασυλία.

Επίσης, κατά την ίδια περίοδο της κυοφορίας αυτής της αναθεώρησης, ο κ. Πρωθυπουργός αποκαλούσε τους δικαστικούς θεσμούς «θεσμικά εμπόδια» που η Κυβέρνησή του έπρεπε να υπερβεί, Υπουργοί της Κυβέρνησης απειλούσαν και χειραγωγούσαν δικαστικούς λειτουργούς, ενώ οι τελευταίοι προσπαθούσαν να προστατευθούν, καταγγέλλοντας δημόσια και σε ευρωπαϊκά όργανα, εκβιασμούς και πιέσεις από ισχυρούς πολιτικούς παράγοντες, και αυτό μέχρι πρόσφατα.

Τέλος, η αναθεωρητική διαδικασία φτάνει στην Ολομέλεια εν μέσω ευτελισμού των κοινοβουλευτικών διαδικασιών, εν μέσω διασυρμού της Βουλής και του πολιτικού συστήματος από βουλευτές και Υπουργούς βραχύχρονης πολιτικής χρήσης, με εικόνες και εκφράσεις μεγάλης ευτέλειας και έκπτωσης στη λειτουργία της Δημοκρατίας.

Ωστόσο όλα τα παραπάνω, η Κυβέρνηση δεν τα συνδέει με τις βασικές παθογένειες του πολιτικού συστήματος, αλλά τα αντιλαμβάνεται ως πλαίσιο δράσης που να προσδιορίζει μια δήθεν προοδευτική αναθεώρηση. Μάλιστα, μια αναθεώρηση, κατά την οποία η παρούσα προτείνουσα Βουλή θα δεσμεύει την κατεύθυνση που θα ακολουθήσει η αναθεωρητική Βουλή.

Το αναθεωρητικό σύστημα που θεσπίζει το ισχύον ελληνικό Σύνταγμα στο άρθρο 110, στηρίζεται σε μια σαφή κατανομή των αναθεωρητικών αρμοδιοτήτων μεταξύ των δύο διαδοχικών Βουλών που συμπράττουν στην αναθεώρηση του Συντάγματος.

Συγκεκριμένα, το σύστημα αυτό στηρίζεται στη διάκριση μεταξύ της διαπίστωσης της ανάγκης της αναθεώρησης ορισμένων συνταγματικών διατάξεων, αρμοδιότητα που ανήκει στην πρώτη Βουλή, και στην απόφαση για τον προσδιορισμό του περιεχομένου των αναθεωρητέων διατάξεων, αρμοδιότητα που ανήκει στη δεύτερη Βουλή, η οποία για τον λόγο αυτόν ονομάζεται Αναθεωρητική Βουλή.

Σήμερα, θα αποφασίσουμε αν πρέπει να γίνει αναθεώρηση και ποιες συνταγματικές διατάξεις πρέπει να αναθεωρηθούν. Μετά τη διεξαγωγή των βουλευτικών εκλογών, η επόμενη Βουλή θα αποφασίσει κυριαρχικά για το νέο περιεχόμενο των αναθεωρητέων διατάξεων.

Η επερχόμενη εκλογική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ, την οποία φαίνεται να προεξοφλεί το κυβερνόν κόμμα, δε σημαίνει ότι θα πρέπει να επινοηθεί ένα άλλο άρθρο 110 Σ, έτσι ώστε η ετερόκλητη και επισφαλής  σημερινή κυβερνητική πλειοψηφία, που βρίσκεται πλέον σε προφανή δυσαρμονία προς το λαϊκό αίσθημα να δεσμεύσει τις αποφάσεις της Αναθεωρητικής Βουλής.

Ας το επαναλάβουμε λοιπόν για μια ακόμα φορά: η μόνη δέσμευση της Αναθεωρητικής Βουλής είναι ως προς το αντικείμενο της αναθεώρησης, αλλά όχι ως προς το περιεχόμενό της. Οτιδήποτε περιπλέον στην αναθεωρητική απόφαση της πρώτης Βουλής, σχετικά με την κατεύθυνση ή και το περιεχόμενο των αναθεωρητέων διατάξεων δεν είναι δυνατόν να δεσμεύσει την Αναθεωρητική Βουλή, η οποία διατηρεί ακέραιο το δικαίωμά της να προσδιορίσει το περιεχόμενο των αναθεωρητέων διατάξεων.