Οι Προτάσεις του ΠΑΣΟΚ για την αντιμετώπιση της κρίσης

Ημ. Δημοσίευσης : 18/11/2008 01:00

ΤΟΜΕΑΣ ΤΥΠΟΥ ΚΑΙ ΜΜΕ

18 Νοεμβρίου 2008

 

ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΤΟΥ ΠΑΣΟΚ

ΟΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΠΑΣΟΚ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

 

Η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση δείχνει ανάγλυφα τα αδιέξοδα μιας αγοράς που λειτουργεί χωρίς κανόνες και επαρκή εποπτεία. Αποδεικνύει την ανάγκη το κράτος να ασκεί αποτελεσματικά τον ρυθμιστικό και αναπτυξιακό του ρόλο. Ένα κράτος επιτελικό και ισχυρό που λειτουργεί με διαφάνεια και λογοδοσία, θεσπίζει κανόνες, ελέγχει, σχεδιάζει την αναπτυξιακή πορεία, συμβάλλει αποφασιστικά σε αυτήν με δημόσιες επενδύσεις, κινητοποιεί τις παραγωγικές δυνάμεις, και διασφαλίζει την κοινωνική συνοχή και την κοινωνική δικαιοσύνη.

Η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα σε κρίσιμο σταυροδρόμι. Η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση επιτείνει την ήδη κακή κατάσταση της Ελληνικής οικονομίας. Ο κίνδυνος της ύφεσης είναι ορατός. Τα μεσαία και χαμηλά στρώματα είναι εξαντλημένα από την ακρίβεια και τις συνεχείς και άδικες φοροεπιδρομές. Η οικονομία είναι αθωράκιστη από τις πολιτικές της Κυβέρνησης που οδήγησαν σε δημοσιονομική εκτροπή, υπερχρέωση, κατάρρευση της ανταγωνιστικότητας και κάμψη του ρυθμού ανάπτυξης. Η έλλειψη αναπτυξιακού σχεδίου για τη χώρα αντανακλάται στην καθυστέρηση άντλησης πόρων από την ΕΕ αλλά και την απουσία δημόσιων επενδύσεων και κινήτρων που θα αξιοποιούν τα συγκριτικά μας πλεονεκτήματα.

Σήμερα, είναι ώρα ευθύνης και ειλικρίνειας. Να μιλήσουμε για τους κινδύνους στους οποίους είμαστε εκτεθειμένοι, να παρουσιάσουμε τις θέσεις μας, να δώσουμε προοπτική, διέξοδο και ελπίδα. Για την έξοδο από την κρίση, την πρόληψη της ύφεσης και των συνεπειών της και την επιστροφή της ασφάλειας και της θετικής προοπτικής στους πολίτες. Για την στήριξη της πραγματικής οικονομίας και την επαναφορά της σε ανταγωνιστική αναπτυξιακή τροχιά είναι για μας απαραίτητο να διαμορφώσουμε μία Νέα Συμφωνία Εμπιστοσύνης.

Ο Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ κατέθεσε στην ΔΕΘ συγκεκριμένες και ρεαλιστικές προτάσεις για έξοδο από την κρίση που συμπυκνώνονται σε πέντε λέξεις: «Ασφάλεια-ανάπτυξη-αναδιανομή-διαφάνεια-προοπτική» και συνοψίζονται :

Α). Στην ενίσχυση του οικογενειακού προϋπολογισμού με στήριξη του εισοδήματος, μείωση του φορολογικού βάρους για τα μεσαία και χαμηλά εισοδηματικά στρώματα, καταπολέμηση της ακρίβειας και προστασία των καταναλωτών από την υπερχρέωση.

Β). Στην αποκατάσταση του κοινωνικού κράτους στην παιδεία, στην εργασία, στην υγεία, στην ασφάλιση.

Γ). Στη πράσινη ανάπτυξη και στη δημιουργία νέου πλούτου με προώθηση ενός νέου αναπτυξιακού προτύπου. Με επενδύσεις και κίνητρα για μια δυναμική οικονομία.

Δ). Σ’ ένα ευνομούμενο κράτος που θα λειτουργεί με διαφάνεια, αξιοκρατία, αξιολόγηση και λογοδοσία προς τον πολίτη.

Στο πλαίσιο αυτών των δεσμεύσεων και κάτω από τη σημερινή συγκυρία το ΠΑΣΟΚ προτείνει δέσμη 5 μέτρων για:

1. Τη στήριξη του χρηματοπιστωτικού συστήματος ώστε να επανέλθει η ρευστότητα στην αγορά και να στηριχθεί η πραγματική οικονομία.

2. Τη στήριξη των καταναλωτών και των δανειοληπτών.

3. Την τόνωση της αγοράς και τη στήριξη των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων.

4. Τη στήριξη των ασθενέστερων ομάδων.

5. Την αντιμετώπιση της ανεργίας.

Το ΠΑΣΟΚ ζήτησε από την Κυβέρνηση, χωρίς να εισακουστεί, την απόσυρση του Σχεδίου Προϋπολογισμού για το 2009, διότι, ιδιαίτερα στη σημερινή δύσκολη συγκυρία, κινείται σε λάθος κατεύθυνση επιδεινώνοντας την κρίση. Επιβαρύνει τα μεσαία και τα χαμηλά εισοδηματικά στρώματα με νέους, άδικους φόρους, υποχρηματοδοτεί το κοινωνικό κράτος και μειώνει τις δημόσιες επενδύσεις δηλαδή τα αδιέξοδα στα οποία οδήγησε την οικονομία, η πολιτική της.

Η πρώτη δέσμη μέτρων αφορά στη στήριξη προς το χρηματοπιστωτικό σύστημα για να επανέλθει η ρευστότητα στην αγορά και να στηριχθεί η πραγματική οικονομία. Το ΠΑΣΟΚ προτείνει στήριξη, με ξεκάθαρους κανόνες και την ενεργό εποπτεία της Πολιτείας.

Πρώτη προτεραιότητα είναι η αποκατάσταση της διαφάνειας και λογοδοσίας. Να γνωρίζει ο πολίτης, το Ελληνικό Δημόσιο, ποια είναι τα πραγματικά προβλήματα της κάθε τράπεζας, ποιες οι επισφάλειες της, ποιες οι πραγματικές της ανάγκες.

Η παροχή ρευστότητας προς κάθε τράπεζα που πραγματικά αντιμετωπίζει πρόβλημα να δίνεται όχι με τη μορφή λευκής επιταγής αλλά υποχρεωτικά μέσω Ειδικού Ταμείου Αναχρηματοδότησης. Το Ταμείο θα παρέχει ρευστότητα στις τράπεζες, υπό τον όρο την αναχρηματοδότηση ή την παροχή νέων δανείων, με ευνοϊκούς όρους, προς τις μικρομεσαίες και εξαγωγικές επιχειρήσεις, καθώς και τα νοικοκυριά (π.χ. για στεγαστικά δάνεια).

Απαραίτητη προϋπόθεση για να μπορεί μια τράπεζα να έχει πρόσβαση στα μέτρα ενίσχυσης της ρευστότητας είναι να διαθέτει ένα ελάχιστο ικανοποιητικό επίπεδο κεφαλαιακής επάρκειας (βασικός δείκτης επάρκειας ιδίων κεφαλαίων - Tier1). Το επίπεδο αυτό το καθορίζει η Τράπεζα της Ελλάδος και η κάθε Τράπεζα οφείλει να το διατηρεί καθ' όλη τη διάρκεια συμμετοχής της στα μέτρα ενίσχυσης της ρευστότητας από το Δημόσιο.

Τράπεζα που δεν διαθέτει το εν λόγω κριτήριο κεφαλαιακής επάρκειας και επιθυμεί να συμμετέχει στο πρόγραμμα ενίσχυσης της ρευστότητας, θα πρέπει να προβεί πρώτα σε αύξηση μετοχικού κεφαλαίου. Σε αυτήν θα πρέπει να συμμετέχουν οι μεγαλομέτοχοι της τράπεζας, το επενδυτικό κοινό, καθώς και το Ελληνικό Δημόσιο με την αγορά προνομιούχων μετοχών και ενεργό παρουσία στις αποφάσεις του Δ.Σ., εφόσον η τράπεζα αδυνατεί να καλύψει την αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου.

Στην περίπτωση συμμετοχής του ελληνικού Δημοσίου στο μετοχικό κεφάλαιο τραπεζών μέσω της αγοράς προνομιούχων μετοχών απαιτείται ενεργός παρουσία Επιτρόπου στο Δ.Σ. των τραπεζών, όχι μόνο για τον καθορισμό των αμοιβών των στελεχών αλλά για να εγγυηθεί ότι οι όροι δανειοδότησης των τραπεζών βελτιώνονται σε όφελος των νοικοκυριών και των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων.

Οι κρατικές εγγυήσεις πρέπει να καλύψουν όχι μόνο τις Τράπεζες, αλλά να επεκταθούν και στα Ασφαλιστικά Ταμεία, ώστε να μην υποχρεωθούν να ρευστοποιήσουν μετοχές τους, καταγράφοντας απώλειες δισεκατομμυρίων ευρώ.

Να ενισχυθεί ουσιαστικά το σημερινό αναποτελεσματικό πλαίσιο εποπτείας του χρηματοπιστωτικού συστήματος στις τράπεζες, στην κεφαλαιαγορά και στην διαχείριση των αποθεματικών των ασφαλιστικών ταμείων καθώς και στις ιδιωτικές ασφαλίσεις. Να υπάρξει αποτελεσματικός συντονισμός όλων των εποπτικών αρχών.

Η δεύτερη δέσμη μέτρων αφορά στους καταναλωτές και στους δανειολήπτες. Το ΠΑΣΟΚ έχει καταθέσει δύο προτάσεις νόμου και 7 τροπολογίες στο τελευταίο νομοσχέδιο της κυβέρνησης για την προστασία των δανειοληπτών από την υπερχρέωση και προτείνει:

Καμία κατάσχεση κύριας κατοικίας για οφειλές μέχρι 20.000 ευρώ. Επέκταση και στον εγγυητή της προστασίας από την κατάσχεση της κύριας κατοικίας.

Κανένα ακίνητο να μην βγαίνει σε πλειστηριασμό σε αξία χαμηλότερη από την αντικειμενική, όσες φορές και αν επαναληφθεί ο πλειστηριασμός.

Η συνολική οφειλή προς τις τράπεζες να μην υπερβαίνει το διπλάσιο του ύψους του αρχικού δανείου.

Οριστική κατάργηση των πανωτοκίων στα στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια, καθώς και στις πιστωτικές κάρτες.

Οριστικά τέλος στις αδιαφανείς και κρυφές χρεώσεις στους κατόχους πιστωτικών καρτών από τις τράπεζες. Ειδικότερα, απαγόρευση στις τράπεζες να εκτοκίζουν τα ποσά που οφείλονται από συναλλαγές μέσω πιστωτικών καρτών για συναλλαγές που έγιναν πριν τη γνωστοποίηση του μηνιαίου λογαριασμού στον κάτοχο και την πάροδο της ημερομηνίας που αναγράφεται σ’ αυτόν ως τελευταία ημέρα πληρωμής.

Τέλος στις πρόσθετες προμήθειες και τα δήθεν έξοδα που επιβάλλουν οι τράπεζες για αναλήψεις μετρητών με πιστωτικές κάρτες μέσω ΑΤΜ.

Φραγμό στις απαράδεκτες πρακτικές των εισπρακτικών εταιρειών, οι οποίες με τακτικές παραπλάνησης, ηθικής παρενόχλησης και ψυχολογικών πιέσεων επιδιώκουν είσπραξη οφειλών.

Να μπορεί ο δανειολήπτης να καταγγείλει τη σύμβαση δανείου οποτεδήποτε, εφόσον πρόκειται για δάνειο με κυμαινόμενο επιτόκιο, και βάσει προϋποθέσεων στην περίπτωση δανείου με σταθερό επιτόκιο.

Οι τράπεζες να υποχρεώνονται να μειώνουν τα κυμαινόμενα επιτόκια στα δάνεια και τις πιστωτικές κάρτες, όταν μειώνεται το επιτόκιο αναφοράς των σχετικών συμβάσεων. Εάν δεν το μειώνουν, τότε να τους επιβάλλονται κυρώσεις βάσει του Νόμου 2251/1994 για την προστασία των καταναλωτών. Οι τράπεζες θα πρέπει να ενημερώνουν εγγράφως τον οφειλέτη σχετικά με οποιαδήποτε τροποποίηση του κυμαινόμενου επιτοκίου το οποίο θα μπορεί να μεταβληθεί μόνο μετά τη λήξη των περιόδων που έχουν συμφωνηθεί και προβλέπονται στη σύμβαση πίστωσης, ώστε να μην αλλάζουν προς το επαχθέστερο οι όροι δανεισμού για τον δανειολήπτη.

Οριστικά τέλος στην παραπλανητική διαφήμιση από τις τράπεζες («ψιλά γράμματα» των διαφημίσεων), μέσω των οποίων κρύβουν το πραγματικό κόστος δανεισμού και παραπλανούν τους καταναλωτές.

Απαγόρευση στις τράπεζες να καταγγέλλουν αυθαίρετα τις συμβάσεις καταναλωτικών και στεγαστικών δανείων, εάν δεν υπάρχει καθυστέρηση τουλάχιστον τεσσάρων και οκτώ μηνιαίων δόσεων αντίστοιχα από τον οφειλέτη. Η τράπεζα να ενημερώνει και να ειδοποιεί εγγράφως τον οφειλέτη τουλάχιστον δύο μήνες πριν προβεί σε καταγγελία.

Να ενισχυθεί ο ανταγωνισμός στον τραπεζικό κλάδο και με την ανάληψη, προς αυτή την κατεύθυνση, πρωτοβουλιών από τα πιστωτικά ιδρύματα που ελέγχονται (άμεσα και έμμεσα) από το δημόσιο, ώστε να μειωθούν τα υψηλά – με βάση τα ευρωπαικά δεδομένα - περιθώρια επιτοκίου (spreads) που αυξάνουν το κόστος δανεισμού για τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις.

 

Επιπλέον, εν όψει της χρηματοπιστωτικής κρίσης ,το ΠΑΣΟΚ προτείνει:

Αναστολή καταβολής, μέχρι το τέλος του 2009, της εισφοράς 0,6% του Ν. 128/75.

Αναστολή δανειακών υποχρεώσεων (πάγωμα) και διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης αυτών μέχρι το τέλος του 2009 με αντίστοιχη μετατόπιση των υποχρεώσεων αυτών για μετά το τέλος του συμβατικού χρόνου αποπληρωμής των δανείων (αναχρηματοδότηση). Κατά τη διάρκεια της περιόδου της αναστολής καταβάλλονται μόνο συμβατικοί τόκοι, ή, εάν ο οφειλέτης το επιθυμεί, οι τόκοι αυτοί κεφαλαιοποιούνται και καταβάλλονται μαζί με την υπόλοιπη οφειλή, η οποία ρυθμίζεται με τα οριζόμενα στην επόμενη παράγραφο. Δεν καταβάλλονται δόσεις κεφαλαίου, ούτε τόκοι υπερημερίας, και δεν γίνεται ανατοκισμός των τόκων.

Ρύθμιση (αναχρηματοδότηση) ληξιπρόθεσμων οφειλών. Παρέχεται η δυνατότητα επιμήκυνσης (π.χ. έως το χρόνο περαίωσης του προγράμματος, δηλαδή έως 5 έτη) του χρόνου αποπληρωμής των οφειλών που είναι ή θα καταστούν ληξιπρόθεσμες μέχρι 31/12/2009, με ισόποσες περιοδικές δόσεις. Στο χρονικό διάστημα της επιμήκυνσης συμπεριλαμβάνεται περίοδος χάριτος 2 ετών. Κατά την περίοδο χάριτος, καταβάλλονται μόνο συμβατικοί τόκοι, ή, εάν ο οφειλέτης το επιθυμεί, οι τόκοι αυτοί προστίθεται στην υπόλοιπη ρυθμιζόμενη οφειλή με ανάλογη αναπροσαρμογή των δόσεων αυτής. Οι ρυθμιζόμενες οφειλές θα αποτελέσουν νέο δάνειο και θα ισχύουν οι ασφάλειες του αρχικού δανείου, χωρίς άλλη διαδικασία εγγραφής πρόσθετων βαρών. Το επιτόκιο των ρυθμιζόμενων οφειλών θα είναι αυτό που ισχύει για όμοιες ενήμερες χρηματοδοτήσεις.

Οι παραπάνω ρυθμίσεις θα πρέπει να είναι στοχευμένες και να αφορούν δανειολήπτες στεγαστικών δανείων που έχουν πρόβλημα αποπληρωμής, οφειλές που έχουν μικρομεσαίες επιχειρήσεις, καθώς και οφειλές που έχουν ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού που πλήττονται ιδιαίτερα λόγω της σημερινής κατάστασης (π.χ. άνεργοι, χαμηλόμισθοι, χαμηλοσυνταξιούχοι κλπ.).

Για την υλοποίηση των παραπάνω ρυθμίσεων χρειάζεται να ληφθούν οι απαραίτητες νομοθετικές πρωτοβουλίες και να εκδοθούν, όπου απαιτούνται Πράξεις του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (ΠΔΤΕ). Επισημαίνεται, τέλος, ότι έχει, με νόμο, και κατά το παρελθόν γίνει ρύθμιση ληξιπρόθεσμων οφειλών και αναστολή διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης (π.χ. νόμος 3259/2004, άρθρο 39).

Η αναχρηματοδότηση αυτή αποτελεί πάγια τακτική των τραπεζών με μικρό σχετικά κόστος.

 

Η τρίτη δέσμη μέτρων αφορά στην τόνωση της αγοράς και στη στήριξη των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων με:

την αύξηση των δημοσίων επενδύσεων. Με πλήρη αξιοποίηση των υπολοίπων πόρων του Γ’ΚΠΣ, ώστε να μη χαθούν κονδύλια, και την άμεση έναρξη ΕΣΠΑ 2007-2013 και εκπόνηση ολοκληρωμένων προγραμμάτων αναδιάρθρωσης για προβληματικούς κλάδους και περιοχές.

την άμεση επαναφορά του αφορολόγητου για τους ελεύθερους επαγγελματίες.

την ενίσχυση του συστήματος εγγυοδοσίας για τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, με πάγωμα των δανειακών τους υποχρεώσεων για ένα χρόνο (βλέπε παραπάνω).

τη στήριξη της επιχειρηματικότητας και τη δραστική απλούστευση των διαδικασιών έναρξης και λειτουργίας μιας επιχείρησης, με την αντίστοιχη δημιουργία μιας πολυλειτουργικής Υπηρεσίας Μιας Στάσης για επιχειρήσεις.

την επέκταση του Ταμείου Εγγυοδοσίας μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων και για τις επιχειρήσεις του αγροτικού χώρου.

Η τέταρτη δέσμη μέτρων αφορά στην στήριξη των ασθενέστερων ομάδων. Τους πιο ευάλωτους, αλλά και τα μεσαία στρώματα που πλήττονται με την απαξίωση του κοινωνικού κράτους. Προτείναμε με πρόταση νόμου την χορήγηση:

Έκτακτου επιδόματος αλληλεγγύης, από 500 έως 1300 Ευρώ, ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση, για όσους έχουν ετήσιο οικογενειακό εισόδημα ως 10.500 ευρώ.

Επιδόματος θέρμανσης, από 300 ως 500 Ευρώ σε ευπαθείς κοινωνικές ομάδες , ανάλογα με την γεωγραφική περιοχή

Αύξηση από το 7% στο 11% του συντελεστή επιστροφής του ΦΠΑ στους αγρότες που υπάγονται στο ειδικό καθεστώς, για όλα τα προϊόντα φυτικής και ζωικής παραγωγής και για πωλήσεις αγροτικών προϊόντων φυτικής και ζωικής παραγωγής που πραγματοποιήθηκαν από 1.1.2008.

Χορήγηση του ΕΚΑΣ σε επιπλέον 300.000 χαμηλοσυνταξιούχους, με διεύρυνση των κριτηρίων για τους δικαιούχους.

Το ΠΑΣΟΚ έχει ήδη καταθέσει κοστολογημένη πρόταση νόμου για τα τρία πρώτα μέτρα (έκτακτο επίδομα αλληλεγγύης, επίδομα θέρμανσης, αύξηση συντελεστή ΦΠΑ στους αγρότες). Το κόστος εφαρμογής των τριών αυτών μέτρων έχει εκτιμηθεί από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους σε περίπου 2 δις ευρώ, και μπορεί να επιμεριστεί σε προϋπολογισμούς δύο ετών με κόστος περίπου 1 δις ευρώ ετησίως.

Η πέμπτη δέσμη μέτρων αφορά στην αντιμετώπιση της ανεργίας με:

Επιδότηση ασφαλιστικών εισφορών για την επαγγελματική ένταξη των νέων για τέσσερα χρόνια.

Πλήρες πρόγραμμα επιδοτούμενης κοινωνικής εργασίας ειδικά για τους απολυμένους μεγάλης ηλικίας.

Αύξηση του επιδόματος ανεργίας στο 70% του βασικού μισθού, με σύνδεση με το πρόγραμμα επιδοτούμενης εργασίας και επανακατάρτισης.

Το ΠΑΣΟΚ προτίθεται να καταθέσει σχετικά πρόταση νόμου στη Βουλή.

Η κρίση προσφέρει μια ευκαιρία να αλλάξουμε πολλά πράγματα στη χώρα μας, αλλά και στην Ευρώπη και στο παγκόσμιο σύστημα.

Οφείλουμε να δράσουμε υπεύθυνα και αποτελεσματικά. Μπορούμε να πετύχουμε.