Δίνουμε μια δεύτερη ευκαιρία στους πολίτες, οι οποίοι έχουν αποδεδειγμένη αδυναμία να εξυπηρετήσουν τα χρέη τους. Τους δίνουμε το δικαίωμα να τα ρυθμίσουν. Συνέντευξη Τύπου Λ. Κατσέλη και Ντ. Ρόβλια
Η Πολιτική Εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ για θέματα Οικονομίας, Λούκα Τ. Κατσέλη και το μέλος του Πολιτικού Συμβουλίου του ΠΑΣΟΚ, Ντίνος Ρόβλιας, μετά την ολοκλήρωση της διαβούλευσης με τους αρμόδιους κοινωνικούς και παραγωγικούς φορείς, παρουσίασαν την πρόταση νόμου του ΠΑΣΟΚ: «Ρύθμιση των χρεών υπερχρεωμένων καταναλωτών», η οποία αναμένεται κατατεθεί στη Βουλή.
Οι βουλευτές του ΠΑΣΟΚ αφού επεσήμαναν πως από το 2003 έως το 2008 τα χρέη των νοικοκυριών προς τις τράπεζες έχουν σχεδόν τριπλασιαστεί και ότι σήμερα ξεπερνούν τα 100 δις ευρώ, δηλαδή είναι αυξημένα κατά 190% σε σχέση με το 2003, παρέπεμψαν στην πρόσφατη έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Επιτροπής Κοινωνικής Προστασίας, με βάση την οποία η χώρα μας εμφανίζει για το 2008 τη μεγαλύτερη αύξηση μη εξυπηρετούμενων καταναλωτικών δανείων, στο 6,9%, από 6% το 2007.
Η Λ. Κατσέλη δηλωσε ότι «απέναντι στην κυβερνητική απραξία, εμείς συνεχίζουμε να καταθέτουμε συγκεκριμένες και ρεαλιστικές προτάσεις. Σήμερα, προτείνουμε την εισαγωγή στη χώρα μας ενός νέου θεσμού, που ισχύει σε όλες σχεδόν τις ανεπτυγμένες χώρες του κόσμου. Με την πρόταση νόμου που καταθέτουμε, δίνουμε μια δεύτερη ευκαιρία στους πολίτες που έχουν αποδεδειγμένη αδυναμία να εξυπηρετήσουν τα χρέη τους. Τους δίνουμε το δικαίωμα να ρυθμίσουν τα χρέη τους, και, αφού ικανοποιήσουν για μια χρονική περίοδο ένα μέρος των οφειλών τους, να απαλλαγούν από αυτά, ώστε να είναι σε θέση να πραγματοποιήσουν ένα νέο ξεκίνημα στη ζωή τους».
Στη συνέχεια οι Ντ. Ρόβλιας και Λ. Κατσέλη παρουσίασαν διεξοδικά την πρόταση νόμου που θα κατατεθεί στη Βουλή, με την οποία, όπως επεσημαναν δίνεται η δυνατότητα, μέσα από καθορισμένες διαδικασίες, σε όσους καταναλωτές έχουν διαπιστωμένη και μόνιμη αδυναμία να αποπληρώσουν τα χρέη τους, να τα ρυθμίσουν και να απαλλαγούν από αυτά, εξοφλώντας με ρεαλιστικούς όρους ένα μέρος των χρεών, με βάση το εισόδημά τους.
Η απαλλαγή του υπερχρεωμένου καταναλωτή θα υλοποιείται σε 3 στάδια. Στο πρώτο στάδιο θα επιδιώκεται η εξωδικαστική επίλυση της διαφοράς στη βάση ενός πλάνου εξυγίανσης των χρεών. Στο δεύτερο στάδιο, και εφόσον δεν ευοδωθεί το πρώτο, ο οφειλέτης θα δικαιούται να υποβάλει αίτηση για έναρξη της διαδικασίας απαλλαγής από τα χρέη, με σκοπό να επιδιωχθεί δικαστικώς πλέον η συναινετική αποδοχή του. Με την υποβολή της αίτησης, ο οφειλέτης θα επισυνάπτει μεταξύ άλλων εκ νέου σχέδιο εξυγίανσης των οφειλών (το οποίο θα μπορούσε να είναι ίδιο με το προηγούμενο) με σκοπό να επιδιωχθεί δικαστικώς αυτή τη φορά η συναινετική αποδοχή του. Αν δεν αντικρούσουν το σχέδιο οι πιστωτές εντός ορισμένης προθεσμίας θα θεωρείται ότι το αποδέχθηκαν. Στο τρίτο στάδιο, σε περίπτωση που δεν προκύψει συναινετική αποδοχή κατά την προηγούμενη φάση, θα ξεκινά πλέον η δικαστική διαδικασία ρύθμισης των χρεών και απαλλαγής από αυτά, ενώ θα ελέγχεται αυτεπαγγέλτως αν πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις υπαγωγής στη ρύθμιση.
Στην περίπτωση της δικαστικής οδού, ο οφειλέτης θα πρέπει να ξεχρεώσει ένα μέρος των χρεών που καθορίζεται από το Δικαστήριο - το οποίο με τη σειρά του λαμβάνει υπόψη τα εισοδήματα του οφειλέτη από την εργασία του και τα σταθμίζει με τις βιοτικές ανάγκες του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του. Το ποσό που θα καθορίζεται από το Δικαστήριο δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το 10% των οφειλών και θα πρέπει να έχει εξοφληθεί μέχρι τη λήξη της περιόδου των 3-5 ετών. Απαραίτητη προϋπόθεση για να συμβεί κάτι τέτοιο είναι να μην υφίστανται περιουσιακά στοιχεία και να μην επαρκούν τα τρέχοντα εισοδήματα του καταναλωτή για την ικανοποίηση των δανειακών υποχρεώσεων. Αν πάλι ο οφειλέτης δεν τηρήσει τις υποχρεώσεις του, δεν επέρχεται απαλλαγή από τα χρέη.
Βέβαια, σε εξαιρετικές περιπτώσεις (χρόνιας ανεργίας, σημαντικών προβλημάτων υγείας) όπου το εισόδημα του οφειλέτη δεν επαρκεί για την κάλυψη στοιχειωδών βιοτικών του αναγκών, είναι δυνατός ο προσδιορισμός χαμηλότερων ή και μηδενικών καταβολών. Αυτό ακόμα κι αν δεν προκύπτει η εξόφληση του ελάχιστου ποσοστού του 10% των συνολικών οφειλών. Το δικαστήριο μπορεί να επανεξετάζει κάθε οκτώ μήνες, ή και νωρίτερα αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση του οφειλέτη ή του πιστωτή, εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τις εξαιρετικές αυτές περιπτώσεις
Σκοπός της πρότασης νόμου είναι να αποκλείσει οποιαδήποτε δυνατότητα ατομικής ή συλλογικής εκτέλεσης στη μελλοντική περιουσία του καταναλωτή για παλαιότερες της ρύθμισης χρεών οφειλές. Επίσης, η κύρια κατοικία του οφειλέτη, κατά την διαδικασία ρύθμισης και απαλλαγής από τα χρέη, προστατεύεται. Ο οφειλέτης μπορεί να ζητήσει την εξαίρεσή της από την περιουσία που ρευστοποιείται για την ικανοποίηση των πιστωτών, εφόσον δεν υπερβαίνει σε έκταση το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξανόμενο κατά είκοσι επί τοις εκατό. Σε αυτή την περίπτωση αναλαμβάνει την υποχρέωση να εξοφλήσει σε χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα είκοσι έτη, με περίοδο χάριτος και σε ευνοϊκούς όρους, ποσό οφειλών μέχρι το 85% της εμπορικής αξίας του ακινήτου, όπως αυτή αποτιμάται από το δικαστήριο.
Ακόμη, η ρύθμιση χρεών δεν ισοδυναμεί με πτώχευση. Πρόκειται για μια νομική ασπίδα που στόχο έχει την προστασία των καταναλωτών, όχι την διακινδύνευση της φερεγγυότητάς τους. Για το σκοπό αυτό η ρύθμιση και η απαλλαγή από χρέη δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο επεξεργασίας δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς από πιστωτικά ιδρύματα ή τρίτους για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών και πέντε ετών αντίστοιχα.
Τέλος, όπως τόνισαν η αρμόδια Πολιτική Εκπρόσωπος, Λούκα Τ. Κατσέλη, και το μέλος του Πολιτικού Συμβουλίου του ΠΑΣΟΚ, Ν. Ρόβλιας, και τα δύο μέρη, πιστωτικά ιδρύματα και πιστωτές, από τη μία πλευρά και οφειλέτες, από την άλλη, έχουν σημαντικά κίνητρα να έρθουν σε μια μεταξύ τους συμφωνία. Ιδιαίτερα οι πρώτοι, αφού γνωρίζουν ότι είναι προτιμότερο να επέλθει μια ρύθμιση χρεών που θα διασφαλίζει και με τη δική τους σύμφωνη γνώμη ένα εύλογο ποσό εξόφλησης της οφειλής σύμφωνα πάντα με τις οικονομικές δυνατότητες των δανειοληπτών, από το να προκύψει απαλλαγή από χρέη χωρίς τη δική τους συμμετοχή. Τα πιστωτικά ιδρύματα θα πρέπει, ασφαλώς, να αναπτύξουν κριτήρια με βάση τα οποία θα αξιολογούν ορθολογικότερα την πιστοληπτική ικανότητα των υποψήφιων δανειοληπτών. Επιπλέον, θα πρέπει να δημιουργήσουν εσωτερικούς μηχανισμούς αξιολόγησης για την αποδοχή ή μη των σχεδίων απαλλαγής από τα χρέη.