Δευτερολογία Γιώργου Α. Παπανδρέου, Προέδρου του ΠΑΣΟΚ, στη συνεδρίαση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του Κινήματος

Ημ. Δημοσίευσης : 02/02/2012 23:30

 

ΔΕΥΤΕΡΟΛΟΓΙΑ

ΓΙΩΡΓΟΥ Α. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ

ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΟΥ ΠΑΣΟΚ

ΣΤΗ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗΣ ΟΜΑΔΑΣ

ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ


 

 

                        Αυτή την ατμόσφαιρα, νομίζω ότι την έχουμε επιθυμήσει, την ανάγκη μιας πραγματικής συντροφιάς μεταξύ μας, αλλά και το χιούμορ ακόμη, παρότι μέσα από το χιούμορ λέμε πολλές αλήθειες και πολύ σημαντικές, ίσως σημαντικότερες από άλλες.

                        Έγινε μια πολύ καλή κουβέντα και επειδή ο Βασίλης Έξαρχος είπε κάτι στο τέλος ότι, τη δημοκρατική παράταξη, τη βάζει μπροστά από την πατρίδα, επειδή πάντα η δημοκρατική παράταξη προχωρούσε την πατρίδα, πράγματι ισχύει αυτό, αν δει κανείς την ιστορία της χώρας μας. Αλλά δεν είναι μόνο η δική μας χώρα. Είχα ρωτήσει - για να πω κι εγώ μια ιστορία - τον Πρόεδρο Κλίντον πριν από αρκετά χρόνια, να μου κάνει μια αξιολόγηση, τι σημαίνει γι' αυτόν «προοδευτικός» και τι σημαίνει γι' αυτόν «δεξιός».

                        Και μου λέει: «εγώ μίλησα κάποια στιγμή με ένα ρεπουμπλικάνο σημαντικό». Μάλιστα, αυτός ο ρεπουμπλικάνος είναι και ένας από τους υποψηφίους τώρα για την αρχηγία του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, να μην πω όνομα, ο οποίος του είπε, «θα σου πω κ. Πρόεδρε ποια είναι η διαφορά για μας. Εσείς», λέει, «οι δημοκρατικοί, πρώτα απ' όλα κουβεντιάζετε, έχετε διαφορές, έχετε αγωνίες, έχετε διαφορετικές απόψεις, έχετε δημοκρατικές λειτουργίες, έχετε αξίες, έχετε και χιούμορ. Εμείς» - λέει - «ένα πράγμα θέλουμε: την εξουσία. Το πώς θα την πάρουμε είναι άλλο θέμα, αλλά μόνο την εξουσία».

                        Αυτό ισχύει και για μας. Και αυτό, νομίζω, είναι εκείνο που μας διαφοροποιεί πραγματικά. Και πρέπει να δούμε ότι εμείς έχουμε περάσει μια πολύ δύσκολη περίοδο, ακριβώς για να αντιμετωπίσουμε μια πάρα πολύ πολύπλοκη και σύνθετη κατάσταση. Αλλά το κάναμε, όχι για να κρατήσουμε την εξουσία, παρ' ότι θέλουμε την εξουσία, αλλά δεν τη θέλουμε ως αυτοσκοπό. Τη θέλουμε, για να υπηρετήσουμε τη χώρα καλύτερα, τη θέλουμε για να μπορέσουμε να αλλάξουμε τη χώρα και, νομίζω, ότι αυτό μας κάνει περήφανους όταν το καταφέρνουμε.

                        Υπήρξε μια πολύ χρήσιμη αξιολόγηση και θα έχουμε και τις επόμενες εβδομάδες, έως ότου πάμε στη Συνδιάσκεψη, τη δυνατότητα να μιλήσουμε και να αξιολογήσουμε τι έχουμε κάνει. Πιστεύω ότι όλοι θεωρούν ότι δεν μπορούμε να ισοπεδώνουμε αυτό που κάναμε. Μπορεί να κάνουμε την αυτοκριτική μας, να κάνουμε την αξιολόγησή μας, αλλά αν ισοπεδώνουμε αυτά που κάναμε, τότε θα έπρεπε να αισθανθούμε ότι δεν έχουμε ελπίδα, όχι ως κόμμα, αλλά ως χώρα.

                        Ούτε τα εξιλαστήρια θύματα θα λύσουν τα προβλήματα. Η συμπεριφορά μας - κάποιος είπε, πολύ σωστά - έχει να κάνει με την ψυχή. Και νομίζω, την έχουμε την ψυχή. Ψυχή, για να κάνουμε αυτό που πρέπει να κάνουμε. Να βάλουμε και πάλι στόχους για να ξεπεράσουμε την κρίση και να την κάνουμε ευκαιρία για μια Ελλάδα των αξιών. Και όλοι θέλουμε να φύγουμε από την ομηρία αυτή, την οποία αισθανόμαστε, μια ομηρία πραγματική, από τους δανειστές μας, όσο και αν θέλουν το καλό μας, ή όπως το βλέπουν εκείνοι το καλό μας, και να σταθούμε επιτέλους ως χώρα στα δικά μας πόδια και στις δικές μας δυνάμεις.

                        Κάποιοι μίλησαν για ενοχές. Μου θύμισε ο Σήφης Βαλυράκης, και οι άλλοι το είπαν, το θέμα της άμυνας, το θέμα του κόστους της κρίσης στα εθνικά μας θέματα. Καταφέραμε μέσα στην κρίση, επί δύο χρόνια με τις κινήσεις μας, να μην συνδεθούν εθνικά θέματα με τη δανειακή αδυναμία που έχει η χώρα μας. Δεν ήταν εύκολο πράγμα, γιατί κάποια στιγμή προσπάθησαν να το κάνουν, στην αρχή της θητείας μας, και εμείς το αποκρούσαμε, πέραν του θέματος της ψήφου. Θα ήταν πολύ εύκολο η χώρα μας αυτή τη στιγμή να είναι ευάλωτη.

                        Όμως, με τις κινήσεις που κάναμε προς πολλές κατευθύνσεις και με πολύ μεγάλη δραστηριότητα, αυτό το αποφύγαμε. Άλλος είπε, αν ήμασταν τυχεροί ή άτυχοι. Εγώ θεωρώ - το είπε, νομίζω, και η Ροδούλα Ζήση - πως πρέπει να αισθανθούμε ότι ήταν τιμή μας που αναλάβαμε τη διακυβέρνηση της χώρας σε αυτή τη δύσκολη στιγμή.

                        Γιατί τι άλλο είναι για έναν πολιτικό; Αν είναι ένας πολιτικός να αναλαμβάνει στα εύκολα, αν είναι ένας πολιτικός να λέει ότι, εγώ θα πάρω τη θέση, για να είμαι απλά ένας Βουλευτής και να μην αντιμετωπίζει τις κρίσεις και τα προβλήματα, τότε δεν είναι πολιτικός.

                        Άρα, λοιπόν, για μας, είναι μεγάλη τιμή ότι αναλάβαμε να διαχειριστούμε αυτή την κρίση. Εμείς φορτώσαμε τους πολίτες με βάρη; Επειδή υπάρχει αυτή η αίσθηση ότι εμείς φορτώσαμε τους πολίτες με βάρη. Το ρωτώ, γιατί; Όταν δανειζόταν η Κυβέρνηση της ΝΔ και διπλασίαζε το χρέος - ουσιαστικά, διπλασίασε το χρέος - δεν φόρτωσε τους πολίτες με βάρη; Τώρα αποφορτώνουμε τη χώρα, βεβαίως. Αλλά δυστυχώς, τα βάρη αυτά υπήρχαν και θα τα πλήρωνε αργά ή γρήγορα ο πολίτης. Αργά ή γρήγορα, θα τα πλήρωνε και θα τα πλήρωνε πολύ χειρότερα, αν πηγαίναμε σε μια χρεοκοπία.

                        Οι αποφάσεις μας, πολλοί είπαν ότι, θα έπρεπε να είναι πιο δημοκρατικές ή μετά από μεγαλύτερη διαβούλευση. Πρώτος εγώ το είπα, αλλά δεν είναι τυχαίο ότι σήμερα, όπως είπα προηγουμένως και το είπατε κι εσείς, και ο Φρανσουά Ολάντ, όπως και άλλοι λένε, ότι εδώ είναι μια μάχη μεταξύ αγορών και Δημοκρατίας.

                        Όταν ακόμη και στην Ευρωπαϊκή Ένωση παίρναμε αποφάσεις στις 2 το πρωί και κοιτάγαμε τα ρολόγια μας, να μην πάει 2.05, γιατί; Γιατί ανοίγανε οι αγορές στην Ιαπωνία! Και φοβόμασταν μην δημιουργήσουμε πρόβλημα στις αγορές στην Ιαπωνία, γιατί δεν είχαμε ακόμη πάρει αποφάσεις. Ποια απόφαση; Τότε που είχαμε φτιάξει το μηχανισμό στήριξης για την Ελλάδα και για πιθανές άλλες χώρες.

                        Βεβαίως, υπάρχει έλλειμμα Δημοκρατίας και στην Ευρωπαϊκή Ένωση και αυτό το ζούμε. Και το ζούμε ακόμη περισσότερο τώρα, γιατί παλιά τουλάχιστον υπήρχε μια Επιτροπή, που είχε ένα λόγο. Σήμερα δεν υπάρχει, ουσιαστικά, έχει ακυρωθεί.

                        Όταν από 27 χώρες έχουν μείνει δύο, ή μάλλον ένας που, τελικά, αποφασίζει. Γι' αυτό, βεβαίως, δεν μπορούμε να κατηγορηθούμε, όπως δεν μπορούμε να κατηγορηθούμε και για αντιδημοκρατικότητα, όταν εμείς προτείναμε δημοψήφισμα, ή όταν εμείς έχουμε ανοιχτές δημοκρατικές διαδικασίες και στο κόμμα μας, παρά το γεγονός ότι το κόμμα μας έχει πολλά να κάνει ακόμα. Και θα έπρεπε να καθίσουμε κάτω σοβαρά αυτή την εποχή, από την εμπειρία μας, όπως είπε και ο Απόστολος Κακλαμάνης, ο Πρόεδρός μας, για να δούμε πώς θα πρέπει να λειτουργήσει το Κίνημά μας, πιο θεσμικά και πιο συλλογικά, κάτι που είναι ζητούμενο πολλά χρόνια. Όχι, όμως, ότι δεν έχουμε κάνει και βήματα.

                        Άκουσα και πάλι, αυτό το «λεφτά υπάρχουν». Μα, ποτέ δεν είπα μόνο «λεφτά υπάρχουν». Είχα πει «λεφτά υπάρχουν, αλλά πού πάνε και πού τα βρίσκουμε;». Το είπα και στην ομιλία μου στο Εθνικό Συμβούλιο, διαβάστε και τη μεγαλύτερη προεκλογική μας ομιλία, στο Πεδίον του Άρεως στην Αθήνα, τι έλεγα για τα λεφτά.

                        Δεν υπήρχε πουθενά να λέω ότι «τα λεφτά, κάπου θα τα βρούμε, σε κάποια αποθήκη κρυμμένα». Είπα για τη σπατάλη, είπα για τη φοροδιαφυγή, είπα για τη διαφάνεια, μίλησα για την αξιοποίηση του ΕΣΠΑ, μίλησα για τους ξένους επενδυτές που θα μπορούσαμε να φέρουμε στη χώρα και πάλι μέσα από τη διαφάνεια, μίλησα για την αξιοποίηση του δημόσιου πλούτου και για πολλά άλλα. Αυτά είναι που προσπαθήσαμε να κάνουμε δύο χρόνια.

                         Βεβαίως, αυτό προσπαθεί να το διαστρεβλώσει η Νέα Δημοκρατία. Για όλα αυτά, χρειάζονταν και χρειάζονται διαρθρωτικές αλλαγές. Εκεί υπήρξαν καθυστερήσεις. Καθυστερήσεις, που βεβαίως μας ανάγκασαν να πάμε και σε οριζόντια μέτρα.

                        Ρωτήστε, όμως, τους Υπουργούς που ήταν στην πρώτη μας Κυβέρνηση, μετά το 2009, όπου αφού είχαμε μπει σε ένα πρόγραμμα, έλεγα συνεχώς, σχεδόν σε κάθε Υπουργικό Συμβούλιο ότι, όσο παίρνουμε διαρθρωτικά μέτρα και κάνουμε αλλαγές στη Δημόσια Διοίκηση, στο κράτος, τόσο θα αποφεύγουμε οριζόντιες περικοπές.

                        Όσο αυτά δεν τα κάνουμε ή καθυστερούμε, τόσο θα έρχονται διάφοροι και θα μας λένε, «κάντε οριζόντιες περικοπές». Γιατί αυτό είναι το εύκολο, αλλά όχι πάντα το δίκαιο και το σωστό.

                        Θα μου πείτε, γιατί υπήρξαν καθυστερήσεις; Υπάρχουν καθυστερήσεις, για τις οποίες ευθυνόμαστε. Αλλά υπάρχουν και καθυστερήσεις - μην ξεχνάτε, ήμασταν μόνο δύο χρόνια Κυβέρνηση - από μια «μηχανή», που θέλαμε να είναι και φορέας αλλαγής, αλλά που ήταν το πρόβλημα.

                        Ποια ήταν η μηχανή; Ήταν η Δημόσια Διοίκηση. Δεν λέω για το δημόσιο υπάλληλο. Δεν κατηγορώ το δημόσιο υπάλληλο. Εμείς τον διαμορφώσαμε, με τη συνείδηση που έχει σήμερα, αλλά υπάρχουν πολλοί ευσυνείδητοι και ικανοί δημόσιοι υπάλληλοι.

                        Αυτός ο φορέας, της Δημόσιας Διοίκησης, ήταν και είναι από τα βασικά μας προβλήματα. Από αυτόν, όμως, περιμέναμε και τις μεγάλες αλλαγές. Ή μήπως περιμέναμε τις μεγάλες αλλαγές από κάποιες κοινωνικές δυνάμεις, από τους κοινωνικούς μας εταίρους; Ή από τα Πανεπιστήμιά μας; Πού είναι τα Πανεπιστήμια μας, τα οποία αλλού έρχονται με πολύ συγκεκριμένες προτάσεις; Ή μήπως από τα κόμματα, την οργανωμένη μας βάση ή την αγορά;

                        Είχαμε μια γενικότερη κρίση στους θεσμούς και στις λειτουργίες μας και αυτό ήταν το επιπλέον πρόβλημα που είχαμε να αντιμετωπίσουμε. Ξέροντας πού πρέπει να πάμε, ξέροντας ποιο είναι το σωστό, αλλά χωρίς να έχουμε πάντα τα απαραίτητα μέσα και τις δυνατότητες ως κοινωνία. Και αυτά πρέπει να φτιάξουμε.

                        Πράγματι, πάμε σε μια δημοσιονομική προσαρμογή. Πρέπει να υπάρχει όμως και ένα άλλο ισοδύναμο - πολύ σωστά. Και θα συμφωνήσω ότι το ισοδύναμο πρέπει να είναι, πρώτον, η κοινωνική προστασία.

                        Κάναμε βήματα; Ναι, κάποια. Όμως, τώρα, πρέπει να γίνει μια μεγάλη προσπάθεια, σήμερα, αύριο, αυτές τις μέρες, αυτές τις εβδομάδες και πριν τις εκλογές, γιατί υπάρχουν και προγράμματα που είναι έτοιμα. Κάποιος μίλησε για Ταμείο προστασίας. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να σταθούμε στον αδύναμο, στο φτωχό, αλλά και στη μεσαία τάξη.

                        Δεν έχουμε ένα κράτος πρόνοιας, έχουμε μηχανισμούς που συνήθως αναπτύχθηκαν πελατειακά και, εν πάση περιπτώσει, αποσπασματικά. Δεν έχουμε ένα σύγχρονο σύστημα κοινωνικής πρόνοιας, που θα ξεκινά από τον άνεργο, για να τον προστατεύει, να τον εκπαιδεύει, να τον βάζει και πάλι ενεργά στην κοινωνία, και θα φτάνει μέχρι την αναπηρία, μέχρι τα γηρατειά, τη μητέρα με τη μονογονεϊκή οικογένεια και τους μετανάστες.

                        Δεύτερον, το «σχέδιο Μάρσαλ» για την αναπτυξιακή μας πορεία. Πρέπει να είναι το βασικό στοιχείο στον αγώνα μας για τη νέα πρότασή μας στις εκλογές. Και βεβαίως, μέσα από την αξιοποίηση του ελληνικού πλούτου, με διαφάνεια, με απελευθέρωση των δυνάμεων, όπως είπατε, πάντα προς όφελος της ανάπτυξης.

                        Και το τρίτο, νομίζω, είναι το βασικό στοιχείο των διαρθρωτικών θεσμικών αλλαγών, που αλλάζουν το κλίμα, όχι μόνο στην αναδιανομή του πλούτου, αλλά και στην αναδιανομή της ισχύος. Δηλαδή, διαφάνεια, δικαιοσύνη, φορολογικό σύστημα, πολιτικό σύστημα κ.ο.κ.

                        Να πω, όμως, μερικές αλήθειες ακόμα. Η κατάσταση δεν ήταν μόνο πολυσύνθετη και δεν είναι μόνο πολυσύνθετη, αλλά υπάρχουν και πάρα πολλά μέτωπα εντός Ελλάδας, εκτός Ελλάδας, στην Ευρώπη και διεθνώς.

                        Και επειδή ακούω περί «αποτυχίας» κατά καιρούς, καθώς και για την αρχική περίοδο, αν πήγαμε γρήγορα ή αργά, τα έχω απαντήσει αυτά, θέλω όμως να πω ότι η πορεία μας μέχρι την απόφαση της Deauville, ήταν μια πάρα πολύ καλή πορεία. Όλοι έλεγαν πόσο καλά πηγαίναμε. Πιάναμε τους στόχους.

                        Διαβάστε τα ξένα ΜΜΕ, πόσο αλλάζανε μέχρι τον Σεπτέμβριο, τον Οκτώβριο του 2010, το Δεκέμβριο, το Γενάρη του 2011, το Φλεβάρη, το Μάρτιο, ακόμα και τον Απρίλιο. Η απόφαση της Deauville έλεγε το εξής: αν στο μέλλον χρεοκοπήσει μια χώρα της Ευρωζώνης, πρώτοι θα πληρώσουν οι ιδιώτες πιστωτές.

                        Τι σημαίνει μέλλον, όμως; Εγώ αγοράζω σήμερα τη μετοχή, δεν την αγοράζω σε 30 χρόνια. Σήμερα, πάω να αγοράσω το ομόλογο της χώρας. Θα αποπληρωθούν, όμως, σε 30 χρόνια, σε 10 χρόνια ή σε 20 χρόνια τα ομόλογα.

                        Άρα, λοιπόν, αυτή η απόφαση τι έλεγε στους ιδιώτες πιστωτές; Αν αγοράσεις ένα ομόλογο μιας χώρας υψηλού ρίσκου, έχεις φόβο να χάσεις τα λεφτά σου. Την επόμενη μέρα από αυτή την απόφαση, άρχισαν να ανεβαίνουν τα spreads στην Ελλάδα και να μπαίνουν και η Πορτογαλία και η Ιρλανδία σε αυτό τον κυκεώνα.

                        Ξέρετε τι είπα τότε στην Μέρκελ, το είπα και δημοσίως, αλλά το είπα και προσωπικά πολλές φορές στη Μέρκελ. Της είπα, εάν συνεχίσουμε με αυτή την απόφαση, θα φύγουν όλες οι τράπεζες, θα πουλήσουν τις δικές μας μετοχές, θα αποπληρωθούν από τα δικά σας χρήματα, αυτά που δίνετε στην Ελλάδα, και δεν θα μπορούμε να βγούμε στις αγορές για τα επόμενα δέκα χρόνια. Και δυστυχώς, σε έξι μήνες δικαιώθηκα, όταν ήρθε το ΔΝΤ και είπε, δεν βγαίνει η Ελλάδα στις αγορές. Και αν θυμάστε, ο Στρος Καν πήγαινε τότε να ξαναμιλήσει με την Μέρκελ για το ζήτημα αυτό και τότε, βέβαια, έγινε όλη αυτή η υπόθεση με τον Στρος Καν.

                        Είχαμε πει τότε ότι αυτή η υπόθεση θα πήγαινε εκεί. Και είναι καταγεγραμμένο, το Μάρτιο είχα καταθέσει τις εναλλακτικές που θα είχε η Ευρώπη, όπου η προτελευταία σελίδα λέει, «εάν δεν κάνουμε ένα, δύο, τρία, θα ξαναμπούμε σε νέο πρόγραμμα».

                        Η απόφαση της Deauville, ξέρετε τι σήμαινε για την Ελλάδα; Σκεφθείτε το, το Μάρτιο υπήρχε μια ευφορία, ότι κάναμε και μια αλλαγή. Μετά όμως, τον Απρίλιο, τον Μάιο, τι είχε υπάρξει; «Θα χρεοκοπήσει η Ελλάδα», «θα φύγουμε από το ευρώ», αυτή η φημολογία, η οποία δημιούργησε μια κάκιστη ψυχολογία στον Ελληνικό λαό.

                        Βγάζανε οι πολίτες τα λεφτά τους από τις τράπεζες, δεν αγόραζε o καταναλωτής, οι τράπεζες δεν έδιναν δάνεια. Όσο για τους επενδυτές, μου έλεγαν οι Καταριανοί, «περιμένουμε να δούμε αν θα είστε στο ευρώ, για να αποφασίσουμε αν θα επενδύσουμε στο Ελληνικό». Αυτό δεν είχε επίπτωση στην ύφεση; Αυτό δεν είχε επίπτωση στις δυνατότητές μας;

                        Μας κατηγορήσανε ότι δεν πιάσαμε το στόχο για μισό τοις εκατό. Το μισό τοις εκατό δεν μπορούσε να δικαιολογηθεί, ακριβώς από αυτή την ψυχολογία που δημιουργήθηκε γύρω από την ελληνική οικονομία;

                        Δεύτερον, η Ευρώπη σήμερα. Παντού λιτότητα. Έχουν πάρει το πρόβλημα της Ελλάδας, για να το «φορέσουν» - κάποιος είπε - ως παράδειγμα για όλες τις χώρες. Μα, το πρόβλημα της Πορτογαλίας, της Ισπανίας, της Ιρλανδίας, δεν είναι ακριβώς το ίδιο. Δεν δανείστηκαν τα κράτη τους περισσότερα, όπως εμείς. Εκεί υπήρχαν τραπεζικά προβλήματα, προβλήματα ανταγωνισμού και άλλα.

                        Όμως, αυτή η λογική ότι πρέπει να επιβληθεί παντού λιτότητα, μας χτύπησε. Διότι βεβαίως, λιτότητα παντού σημαίνει ότι μπαίνει όλη η Ευρώπη σε μια ύφεση. Αυτή είναι, όμως, η αντίληψη της συντήρησης. Δεν υπήρξε και δεν υπάρχει ακόμα αυτή τη στιγμή μια στρατηγική ανάπτυξης, που όλοι εμείς, οι σοσιαλιστές, λέμε ότι πρέπει να υπάρξει, κι έχουμε καταθέσει πολλές προτάσεις για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

                        Ωραία, δεν μπορούμε εμείς ως χώρα, ως έθνος, ως κράτος, να επενδύσουμε παραπάνω λεφτά. Μπορεί όμως η Ευρώπη να βρει χρήματα, μέσω ευρωομολόγων, μέσω δανείων που θα πάρει, μέσω υποδομών που θα δημιουργήσει, μέσω του φόρου επί των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών, και να αξιοποιήσει αυτά τα χρήματα για μια αναπτυξιακή προοπτική.

                        Η Ευρωζώνη. Ένα τρίτο πρόβλημα. Δεν είχε ξαναγίνει τέτοιο πρόγραμμα σε μια Κοινή Νομισματική Ένωση. Πρόγραμμα σαν το δικό μας. Ναι, το ΔΝΤ έχει κάνει ανάλογα προγράμματα στη Λατινική Αμερική, στην Ασία, δίπλα μας, στην Τουρκία, αλλά όλες αυτές οι χώρες δεν ήταν μέσα σε μια Νομισματική Ένωση και, μάλιστα, με εργαλεία τα οποία δεν ήταν ολοκληρωμένα.

                        Υπήρχαν βεβαίως επιτυχίες τέτοιων προγραμμάτων, στο Ισραήλ, την Τουρκία, την Ουρουγουάη. Θα μπορούσαμε και εμείς να είχαμε ανάλογη επιτυχία, αλλά εμείς δεν είχαμε μια δική μας νομισματική πολιτική. Αποφασίσαμε, όμως, και αυτή ήταν μια στρατηγική επιλογή, να μην φύγουμε από το ευρώ. Παρά τις δυσκολίες, παρά το γεγονός ότι υπάρχει αυτή η πίεση για εσωτερική υποτίμηση, μέσω των μισθών και πολλών άλλων πραγμάτων.

                        Η Ευρώπη, επίσης, λειτούργησε ψυχολογικά - ή κάποιοι στην Ευρώπη - μεταξύ παραδειγματισμού, τιμωρίας, ή και στήριξης, από την άλλη μεριά. Ήμασταν εκ των πραγμάτων ένα πειραματόζωο, γιατί πρώτοι εμείς μπήκαμε σε ένα τέτοιο πρόγραμμα. Πολλοί παίξανε πάνω στην αποτυχία μας, πολλοί κερδοσκόποι, αλλά και πολλοί από εμάς, στο εσωτερικό μας, υιοθετήσαμε αυτή την αφήγηση περί αποτυχίας, βοηθώντας ακριβώς αυτή την κερδοσκοπία. Όπως και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η οποία αγόρασε μεν κάποια ελληνικά ομόλογα τότε, αλλά εάν είχε παρέμβει μαζικά, όπως παρεμβαίνει τώρα στην Ιταλία και την Ισπανία, πιθανόν να μην χρειαζόταν να μπούμε καν στο μηχανισμό.

                        Με τα πρώτα μέτρα, τα οποία, θυμάστε, πήραμε το Μάρτιο του 2010, ίσως και με κάποια ακόμα, με την παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, θα πηγαίναμε σε μια πολύ πιο ήπια προσαρμογή. Δεν υπήρξε, όμως, αυτή η βούληση. Βεβαίως, αυτό το καταλαβαίνω πια τώρα. Δεν έχουν ευθύνη; Γιατί εμείς, την ευθύνη την ρίχνουμε μόνο σε μας και μόνο στην Ελληνική Κυβέρνηση και μόνο, τελικά, στις δικές μας προσπάθειες;

                        Εγώ θα συμφωνήσω με αυτά που είπατε, ότι χρειάζεται τώρα σκληρή διαπραγμάτευση. Θα συμφωνήσω, επίσης, ότι πρέπει να επανέλθουμε εδώ και να συζητήσουμε την τελική μας θέση πριν καταλήξουμε, ανάλογα με το ποια θα είναι η δανειακή μας σύμβαση ή τα βασικά στοιχεία της δανειακής σύμβασης, που θα συζητηθούν τις επόμενες μέρες.

                        Επίσης, είναι σωστό αυτό που είπε και ο Πέτρος Ευθυμίου, ότι εμείς μπορεί να βλέπουμε μια αλήθεια, γιατί τη ζούμε, αλλά δεν την ζει, όμως, με τον ίδιο τρόπο και ο Ελληνικός λαός. Άρα, χρειάζεται και η εξήγηση, χρειάζεται και η αφήγηση, χρειάζεται και η ενημέρωση. Και χρειάζεται - όπως είπαμε και είπατε - το αντίβαρο, το ισοδύναμο του συστήματος πρόνοιας για τους ανέργους, την φτώχεια, τους χαμηλοσυνταξιούχους. Άρα, χρειάζεται η αξιολόγηση και η κριτική, άρα ακόμα μεγαλύτερη διαφάνεια και δικαιοσύνη, αλλά και μια νέα πρόταση - ειπώθηκε εδώ από πολλούς - ανασυγκρότησης και αναγέννησης της οικονομίας μας και μιας αναπτυξιακής προοπτικής. Και αυτό πρέπει να είναι το κυρίαρχο και στην προεκλογική μας εκστρατεία.

                        Όμως, ποια ανάπτυξη; Ακούω περί «επανεκκίνησης». Δηλαδή, θα πάμε στην ανάπτυξη που είχαμε πριν; Δεν υπάρχει τέτοια ανάπτυξη. Γιατί αυτή η ανάπτυξη, μας πήγε στο να είμαστε με 3% ύφεση και με τεράστια χρέη. Πρέπει να φτιάξουμε ανάπτυξη, που θα βασιστεί στα δικά μας συγκριτικά πλεονεκτήματα, στις δικές μας δυνατότητες. Δεν μπορούμε να μιλήσουμε για τη διόγκωση κράτους - σπατάλης, ή για τη γραφειοκρατία, με τους σημερινούς όρους. Και όταν λέμε, «λεφτά υπάρχουν», βεβαίως υπάρχουν πολλά λεφτά, όχι μόνο από τη φορολογία ή από το ΕΣΠΑ, υπάρχουν και ιδιώτες που θέλουν να επενδύσουν. Πάρα πολλοί ιδιώτες θέλουν να επενδύσουν, περιμένουν όμως, όπως είπα, ποια θα είναι η έκβαση αυτών των αποφάσεων.

Κάποιος είπε για τις μαρίνες. Βεβαίως, θα έρθουν επενδύσεις και εκεί. Όταν όμως δεν ξέρουν αν η Ελλάδα θα είναι μέσα στο ευρώ ή όχι, φοβούνται. Όπως επίσης, οι αποκρατικοποιήσεις. Είτε δεν ενδιαφέρονται τώρα, ακριβώς λόγω της ανασφάλειας, είτε πολύ σωστά κάποιοι είπαν, δεν έχει νόημα να πουλήσουμε φτηνά αυτή τη στιγμή. Και αυτό, το έχουν καταλάβει και οι δανειστές μας. Διότι αυτά τα χρήματα θα πάνε για να αποπληρώσουν τους δανειστές μας.

Και βέβαια, όπως μου είπε και πολύς κόσμος της ελληνικής Διασποράς, αλλά και πρόσφατα το έχω πει κι εγώ, πηγαίνοντας στη Γερμανία και μιλώντας με τους βιομήχανους, είναι τεράστιο ζήτημα η διαφθορά. Δυστυχώς, υπάρχει. Μου είπαν, «εγώ θα έρθω να μπλέξω με την ελληνική Δημόσια Διοίκηση, και να μην ξέρω αν για μια απόφαση χρειάζεται να περάσω και από άλλους δέκα, κάτω από το τραπέζι, για να μπορώ να κάνω μια δουλειά, που είναι στο κάτω - κάτω προς όφελος της Ελλάδας;».

Άρα, λοιπόν, ναι, ανάπτυξη, αλλά ποια ανάπτυξη; Ανάπτυξη θέλουν και οι δανειστές μας. Προφανώς. Αυτό το οποίο επίσης πρέπει να ξέρουμε, όμως, είναι ότι σήμερα οι δανειστές μας χρηματοδοτούν ακόμα και τις σημερινές μας υπερβάσεις. Τι εννοώ «υπερβάσεις»; Σήμερα, ζούμε ακόμα πέραν των δυνατοτήτων μας, ως κράτος. Δηλαδή, έχουμε λιγότερα έσοδα από ό,τι έξοδα, για πολλούς λόγους - να μην τα πούμε, τα ξέρετε.

Γι' αυτό, θέλουν και θέλουμε να πάμε στο πρωτογενές πλεόνασμα. Άρα, τότε θα λέμε ότι ζούμε εντός των δυνατοτήτων μας, θα έχουμε όμως να αποπληρώσουμε και τα δάνεια. Γι' αυτό, έρχονται και λένε για το PSI,  γι' αυτό έρχονται και λένε, να κόψουμε αυτό το βάρος, για να έχετε τη δυνατότητα ανάπτυξης, χωρίς προβλήματα.

Τώρα, πώς θα μειώσουμε το έλλειμμα; Εδώ υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις. Μιλάμε, παραδείγματος χάριν, για την ανταγωνιστικότητα. Όλοι θέλουμε να είμαστε ανταγωνιστικοί και, μάλιστα, πολλοί είπαν για την εξωστρέφεια και τις εξαγωγές που έχουμε. Διότι παλιά, είχαμε ένα άνισο ισοζύγιο πληρωμών, το οποίο ακόμα υπάρχει, βεβαίως, με τεράστιες εισαγωγές και όχι εξαγωγές. Έχει αλλάξει αυτό εν μέρει, αλλά χρειάζεται ακόμα αλλαγές.

Μιλώντας με την Τρόικα, εγώ ο ίδιος είπα ότι, από τις μελέτες που έχουν γίνει, από τις μελέτες που έχει κάνει το Υπουργείο Εργασίας, ο ΟΟΣΑ, από τις συζητήσεις που κάνουν οι κοινωνικοί εταίροι, υπάρχουν δέκα παράγοντες, δέκα δείκτες για την ανταγωνιστικότητα της χώρας μας. Από αυτούς, ένας είναι ο μισθολογικός δείκτης. Ας δούμε, λοιπόν, όλα τα άλλα, ας κάνουμε όλα τα άλλα, και ας μην πειράξουμε τους μισθούς.

Μάλιστα, έκανα και την εξής πρόταση, κάτω από την πίεση της Τρόικα: να βάλουμε ένα χρονικό όριο; Να πούμε τρεις μήνες; Να πούμε έξι μήνες; Να κάνουμε όλα τα άλλα και να συμφωνήσουμε, εάν σε έξι μήνες δεν τα έχουμε κάνει αυτά, τότε να πάμε σε οριζόντιες περικοπές.

Όμως, είναι μια σκληρή διαπραγμάτευση. Και βεβαίως, όλες αυτές οι διαρθρωτικές αλλαγές, όπως είπα, είναι η Δημόσια Διοίκηση, είναι η γραφειοκρατία, είναι το μη μισθολογικό κόστος με τις εισφορές, είναι τα κόστη που υπάρχουν σε ΔΕΗ και ΦΠΑ, τα οποία είναι αναπόφευκτα, είναι η μεγαλύτερη ευελιξία, είναι η παιδεία, είναι η τεχνολογία, οι υποδομές και πολλά άλλα.

Το δεύτερο, το οποίο για μας είναι ιδεολογικό και σημαντικό, είναι τι σημαίνει ανταγωνιστικότητα τελικά, και σε μεσοπρόθεσμο, και σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Γιατί με ρώτησαν και οι ίδιοι: «μα, γιατί σήμερα υπάρχει η αίσθηση ότι έχετε φτάσει στα όριά σας;». Τους είπα ότι, πρώτα απ' όλα, είναι δύσκολα τα μέτρα και πάντα πέφτουν - η αίσθηση τουλάχιστον, αυτή είναι - σε εκείνους που δεν έχουν την ίδια ευθύνη, την κύρια ευθύνη. Και κάθε φορά, αλλάζουν και οι στόχοι και ερχόμαστε ξανά και παίρνουμε συμπληρωματικά μέτρα.

Όμως, υπάρχει και κάτι ακόμα - τους είπα - σε ό,τι αφορά τη μείωση των μισθών. Εμείς θεωρούμε ότι χρειάζεται η ανταγωνιστικότητα να βασιστεί στην ποιότητα και όχι στην ανισότητα. Εδώ θέλω, όμως, να πω κάτι. Το θέμα της ανταγωνιστικότητας δεν είναι μόνο ελληνικό. Με κάποιες εξαιρέσεις, είναι θέμα ολόκληρου του αναπτυγμένου κόσμου. Και βλέπουμε τώρα μια μεταφορά της οικονομικής ισχύος από τον αναπτυγμένο κόσμο, Αμερική και Ευρώπη, στην Ασία και στην Αφρική.

Ποια είναι, όμως, τα πλεονεκτήματά τους; Και το είπα και στο Ισραήλ, και στην Κόστα Ρίκα, και το λέω παντού: τα πλεονεκτήματά τους είναι ότι έχουν χαμηλούς μισθούς και πληθώρα εργατικών χεριών, αλλά δεν έχουν συλλογικές διαπραγματεύσεις και, συνήθως, δεν έχουν σύστημα κοινωνικής ασφάλειας αυτές οι χώρες. Μερικές από αυτές τις χώρες, μάλιστα, δεν τηρούν καν τα ανθρώπινα δικαιώματα. Επίσης, έχουν την ευκολία να υποβαθμίζουν το περιβάλλον όπως θέλουν.

Όλα αυτά - λέω - είναι συγκριτικά πλεονεκτήματα για τον ανταγωνισμό. Αλλά αυτό είναι το μοντέλο, το οποίο εμείς θα ακολουθήσουμε;

                        Και πέρα από αυτό, υπάρχει και κάτι ακόμα, το οποίο επίσης λέω παντού, διεθνώς. Δεν είναι ότι φεύγει το χρήμα από τις αναπτυγμένες χώρες και πάει στις υπανάπτυκτες, αλλά πάει σε μια «στρατόσφαιρα», σ' έναν άλλο κόσμο, που είναι η πλουτοκρατία, μια ολιγαρχία του πλούτου διεθνώς, που έχει συγκεντρώσει τεράστια ποσά και δημιουργεί τεράστιες ανισότητες, η οποία βεβαίως μπορεί εύκολα να έρθει και να αιχμαλωτίσει τους δημοκρατικούς θεσμούς, να εξαγοράσει πολιτικούς, να εξαγοράσει κυβερνήσεις, όταν έχει περισσότερα χρήματα από το ΑΕΠ μιας χώρας σαν την Ελλάδα. Άρα, λοιπόν, τίθεται ένα μεγάλο θέμα Δημοκρατίας.

Βέβαια, οι δανειστές μας, όπως και εμείς διαπιστώσαμε με τις διαπραγματεύσεις που κάναμε πρόσφατα, και ο Λουκάς Παπαδήμος, και ο Βαγγέλης Βενιζέλος τώρα, στις Βρυξέλλες, θεωρούν το θέμα της ανταγωνιστικότητας και της μείωσης των μισθών ως βασικό στοιχείο. Θα πω κάτι γι' αυτό.

Και η Τρόικα, έχει και αυτή τις αντιφάσεις της. Υπήρξε, πρώτα απ' όλα, δικός της λάθος υπολογισμός της ύφεσης ή της βιωσιμότητας του χρέους. Αργά ήρθε η κατανόηση του προβλήματος, το ομολογούν τώρα, ότι ήταν ανάγκη πρώτα να γίνουν οι διαρθρωτικές αλλαγές. Τρομερή πίεση υπήρχε να γίνουν και γρήγορα.

Ιδιωτικοποιήσεις: υπεραισιοδοξία ως προς το τι θα αποφέρουν. Υπεραισιοδοξία ότι οι αγορές θα ανταποκριθούν και γρήγορα. Υπερβολική αισιοδοξία ότι, μαζί με τις περικοπές, θα πέσουν και οι τιμές, κάτι που δεν γίνεται λόγω του ολιγοπωλιακού - και αυτό πρέπει να το χτυπήσουμε - σχήματος πολλών εταιρειών.

Η Ευρωζώνη, η γενική κρίση. Τους λέω συνεχώς: ό,τι και να κάνουμε εμείς, εάν παραμείνει αυτή η κρίση στην Ευρωζώνη, τους στόχους δεν θα τους πιάσουμε. Άρα, είναι βεβαίως πέραν των δικών σας δυνατοτήτων, ως Τρόικα, αλλά να ξέρετε, όμως, ότι δεν είναι και δική μας ευθύνη.

Φορολογικοί παράδεισοι: λένε ότι πρέπει να υπάρχει ένας έλεγχος επί των προϋπολογισμών των κρατών. Μας λέει η Γερμανία και άλλες χώρες, ωραία, να υπάρχει ο έλεγχος. Ποιος ελέγχει, όμως, τους φορολογικούς παραδείσους; Γιατί δεν προχώρησε η Ευρώπη σ' αυτό τον έλεγχο; Ποιος ελέγχει τις Τράπεζες; Γιατί δεν υπάρχει διαφάνεια στα CDS; Δηλαδή, μόνο στους κρατικούς προϋπολογισμούς θα υπάρχει η διαφάνεια και πουθενά αλλού;

Και βεβαίως, αυτό ισχύει και στη Δημόσια Διοίκηση. Ήθελαν να σπάσουν το ταμπού των απολύσεων. Το σπάσανε. Αλλά ήρθε η «Task Force» από τη Γαλλία, η οποία μας λέει, πρώτα αξιολόγηση και μετά απόλυση. Να δούμε ποιοι είναι οι καλοί, γιατί να απολύσετε τους καλούς; Άρα, λοιπόν, υπάρχουν αντιφάσεις.

Θέλουν την επιτυχία μας; Πιστεύω, ναι. Δεν νομίζω να θέλουν την αποτυχία μας. Μπορεί να υπάρχουν κάποιοι που θα ήθελαν την αποτυχία μας, να μας διώξουν από το ευρώ και να πουν στις άλλες χώρες που έχουν προβλήματα: «να είδατε, αυτό θα πάθετε κι εσείς». Αλλά πώς θέλουν την επιτυχία μας; Πώς την οριοθετούν; Θέλουν τη βιωσιμότητα και την ανάπτυξη; Βεβαίως. Δεν θέλουν από την άλλη, όμως - και αυτή είναι πάντα μια αντίφαση των δανειστών - να φορτωθούν άλλο κόστος για την Ελλάδα. Άρα, θέλουν πολύ γρήγορα να φύγουμε από τα ελλείμματα.

Και βεβαίως, υπάρχει και το ιδεολογικό στίγμα. Γι' αυτό, μιλάνε για τη δραστική μείωση των μισθών ακόμα και σήμερα, παρ' ότι εμείς, επί δύο χρόνια, αυτό το αποφύγαμε με μάχες, με διαπραγματεύσεις, όπως θα θυμάστε.

Βεβαίως, θα δούμε πού θα καταλήξει αυτή η διαπραγμάτευση, αλλά πρέπει σε κάθε περίπτωση να αποφασίσουμε ένα νέο πρόγραμμα, που θα μας επιτρέψει, κάνοντας τις απαραίτητες αλλαγές στη χώρα μας, να σταθούμε στις δικές μας δυνάμεις, να βγάλουμε τη χώρα από την εξάρτηση και να τη βάλουμε σε μια νέα πορεία.

Κάποιος είπε για έλλειμμα αξιοπιστίας και θα κλείσω με δύο παρατηρήσεις σ' αυτό: και βέβαια υπάρχουν και τα δικά μας λάθη. Όμως, δεν ευθύνονται και τα Μέσα Ενημέρωσης; Και αρχίζω από τα δικά μας Μέσα Ενημέρωσης. Με κάθε ευκαιρία ισοπέδωση, με κάθε ευκαιρία μια συστηματική προσπάθεια απαξίωσης σε κάθε τι. Με κάθε ευκαιρία, ένας λαϊκισμός. Και βεβαίως, ακόμα και προσωπικές επιθέσεις σε κάθε έναν από εμάς και στις οικογένειές μας. Το τι έχουμε ακούσει, τι φημολογίες και τι λασπολογίες, δεν λέγεται!

Αυτά, όμως, νομίζετε ότι δεν φτάνουν και στο εξωτερικό, ότι δεν είμαστε στο μικροσκόπιο; Εδώ ξέρουν τι ψηφίζει ο κάθε Βουλευτής. Θυμάστε τα ξένα κανάλια, που έλεγαν για έναν Βουλευτή μας, αν θα ψηφίσει έτσι ή θα ψηφίσει αλλιώς. Βλέπουν την κάθε μας κίνηση, είμαστε στο μικροσκόπιο. Έτσι είναι και η σημερινή παγκόσμια κοινωνία. Αλλά υπάρχει αυτό το ενδιαφέρον και λόγω της εμπειρίας μας.

Άρα, λοιπόν, δεν βλέπουν οι ξένοι και τα δικά μας Μέσα Ενημέρωσης, να μιλούν για αποτυχία κτλ.; Ή μήπως δεν έχει η Αξιωματική Αντιπολίτευση σημαντική ευθύνη; Όχι για το παρελθόν της, για το παρόν της. Που με τις πρώτες δυσκολίες, ήθελε να «πυροβολήσει». Μιλούσε για «επαναδιαπραγμάτεύση», με αοριστίες. Τώρα είναι η ώρα της διαπραγμάτευσης, λοιπόν, και από αυτήν.

Σε δύο χρόνια, θυμάστε τι έλεγε, θα μείωνε στο μηδέν το έλλειμμα! Θα αξιοποιούσε αμέσως τη δημόσια περιουσία, μας έλεγε. Και έκλεινε και το μάτι στο Κίνημα «Δεν πληρώνω». Αυτά δεν έχουν αποτέλεσμα στην ψυχολογία του κόσμου και στη διάθεσή του να βοηθήσει, ώστε να χτυπήσουμε κάποια αρνητικά φαινόμενα; Δεν έχουν αυτοί ευθύνη;

Και βεβαίως, υπήρχαν πολλοί λαϊκιστές και διεθνώς, που ήθελαν να χρησιμοποιήσουν την Ελλάδα ως εκείνον που θα τιμωρούσαν και που έλεγαν, «δεν μπορούμε να γίνουμε κι εμείς σαν την Ελλάδα, σαν αυτούς τους τεμπέληδες» κτλ. 

Αγαπητοί συνάδελφοι, αυτά μπορούμε να τα αξιολογήσουμε και να πούμε και πού είναι οι ευθύνες. Σε κάθε περίπτωση, με την όποια κριτική και με το όποιο δίκιο μας και με τις όποιες ιδεολογικές μας διαφορές, το δίλημμα θα είναι υπαρκτό και όχι θεωρητικό για το «ναι» ή το «όχι». Πρέπει να κάνουμε σκληρές διαπραγματεύσεις τις επόμενες μέρες.

Εν τέλει, όμως, θα πρέπει να έρθει μια συμφωνία, την οποία εμείς θα πρέπει να αποφασίσουμε αν θα ψηφίσουμε ή όχι, αν θα ψηφίσουμε κάτι που θα μας δώσει ρευστότητα, που θα μας ανοίξει το δρόμο για να αξιοποιήσουμε το ΕΣΠΑ, να αξιοποιήσουμε τον πλούτο μας, να φέρουμε επενδύσεις, να μειώσουμε τα βάρη του Ελληνικού λαού και να μπούμε σε μια διαφορετική πορεία.

Ή, από την άλλη, να αποφασίσουμε αν θα πούμε αυτό το «όχι», με όποιες συνέπειες θα έχει αυτό για μας, για τον Ελληνικό λαό.

Θέλω λοιπόν να πω, ότι θα πρέπει να ξαναβρεθούμε εδώ, στην Κοινοβουλευτική Ομάδα, να συζητήσουμε και να πάρουμε αποφάσεις γύρω από τα θέματα αυτά, ή τουλάχιστον να δώσουμε την κατεύθυνση ως προς τις τελικές μας αποφάσεις.

Σε ό,τι αφορά τις εσωτερικές μας διαδικασίες, θέλω να πω ότι εγώ δεν είμαι εναντίον της όποιας επίσπευσης, αλλά είχαμε κάποιο λόγο που είπαμε κάποιες ημερομηνίες και νομίζω ότι αυτά πρέπει να τα τηρήσουμε.

Μια Συνδιάσκεψη. Να μιλήσουμε για την αξιολόγηση, για την αποτίμηση, για τη διετία, αλλά και για το πρόγραμμά μας για το αύριο. Τι είναι αυτό που προτείνουμε στον Ελληνικό λαό από εδώ και πέρα; Να ανοίξουμε την πόρτα της συνεργασίας και σε άλλες πολιτικές δυνάμεις, όπως κάποιος είπε. Σε όλες τις πολιτικές δυνάμεις, τις προοδευτικές, που θέλουν να δούνε ένα νέο πρόγραμμα. Δεν ξέρω τι απήχηση θα έχει, αλλά θα πρέπει να ανοίξουμε την πόρτα της συνεργασίας και σε αυτούς. Το PSI, η δανειακή σύμβαση, όλα αυτά είναι πολύ καθοριστικά για τη χώρα μας και, βεβαίως, και για εμάς, το ΠΑΣΟΚ.

                        Σε ό,τι αφορά το χρόνο των εκλογών - αρκετοί μίλησαν γι' αυτό - θα έπρεπε να πιεστεί η ΝΔ, και εγώ συνεχώς πιέζω τη Νέα Δημοκρατία, λέγοντας ότι ελπίζει σε μια πύρρειο νίκη, δεν ξέρω εάν θα έχει και αυτή τη νίκη, σε κάθε περίπτωση, όμως, θα ήταν πολύ καλύτερο η χώρα να έχει για άλλα δύο χρόνια μια κυβέρνηση συνεργασίας - και δεν με αφορά προσωπικά αυτό - η οποία θα μπορούσε να μας βάλει με μεγαλύτερη σιγουριά σε μια διαφορετική πορεία.

                        Όσο για τις δυνατότητες της Ελλάδας, γι' αυτές μιλώ παντού. Προχθές στο Ισραήλ, ξεκίνησα την ομιλία μου για τις δυνατότητες που έχει η Ελλάδα. Και αναρωτήθηκα, γιατί δεν φθάσαμε εκεί. Γιατί τα 5000 νησιά μας, δεν τα έχουμε αξιοποιήσει, όπως είπε η Χρύσα;

                        Βάλαμε, όμως, και βάζουμε τις βάσεις. Αν φύγουμε από την μιζέρια, αν κινητοποιήσουμε τον κόσμο για τις αλλαγές, με την ψυχή, με την αυτογνωσία, με την ελπίδα, με την αισιοδοξία, με τον όποιο πόνο, πράγματι, κουβαλά, μπορούμε να απελευθερώσουμε την Ελλάδα και τις δημιουργικές μας δυνάμεις. Να αξιοποιήσουμε τις δυνατότητές μας. Και βέβαια, κάποιος είπε για την δικαίωση της ιστορίας, αλλά όπως είπε και ο Κέινς, όταν του έλεγαν ότι, αργά ή γρήγορα, οι αγορές θα εξισορροπήσουν τα πράγματα, «ναι, αργά ή γρήγορα, όλοι μας θα έχουμε πεθάνει».

                        Άρα, εμείς δεν μιλάμε μόνο για το μέλλον, μιλάμε και για το παρόν, μιλάμε και για την δημοκρατική παράταξη. Όχι στην παραίτηση, όχι στην ενοχή, αλλά σε μια ατσάλινη θέληση για αλλαγές ριζοσπαστικές για τη χώρα μας. Και για μια νέα πρόταση για το αύριο. Και νομίζω ότι όλοι μαζί, εάν πράγματι δουλέψουμε συλλογικά, μπορούμε να τα καταφέρουμε.

                        Ευχαριστώ πολύ και ιδιαίτερα για το χιούμορ.